Εκατομμύρια τόνοι ψαριών απορρίπτονται κάθε χρόνο σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς πολλά από τα είδη που αλιεύονται παρεμπιπτόντως έχουν μικρή εμπορική αξία και περιορισμένη ζήτηση. Μια βρετανική ερευνητική προσπάθεια εξετάζει αν μέρος αυτών των υποαξιοποιούμενων, αλλά βρώσιμων, αλιευμάτων μπορεί να αποκτήσει θέση στην αγορά μέσα από ένα γνώριμο προϊόν: την ψαροκροκέτα τύπου fish finger.
Η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Quality and Preference, του εκδοτικού οίκου Elsevier, εξετάζει πώς αντιδρούν οι καταναλωτές σε ένα προϊόν που παρασκευάζεται από υποαξιοποιούμενα είδη ψαριών και συνδυάζει χαρακτηριστικά όπως η τοπική προέλευση, η τοπική παραγωγή, η βιώσιμη αλιεία και η συμμετοχή της τοπικής κοινότητας στη δημιουργία του. Αφετηρία της έρευνας αποτέλεσε το «Plymouth Fish Finger», ένα προϊόν που αναπτύχθηκε μέσα από συνεργασία ερευνητών, μαθητών, τοπικών φορέων και επιχειρήσεων.
Στο ευρύτερο εγχείρημα του Plymouth Fish Finger αξιοποιήθηκαν υποαξιοποιούμενα είδη όπως το pouting (Trisopterus luscus), το whiting (Merlangius merlangus) και ψάρια που αναφέρονται ως dogfish. Πρόκειται για είδη που μπορούν να είναι κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά συχνά έχουν χαμηλότερη εμπορική αξία από τα περισσότερο καθιερωμένα είδη. Πρέπει, ωστόσο, να γίνει μια σημαντική διάκριση: η διαθέσιμη δημοσίευση της μελέτης καταναλωτικής συμπεριφοράς δεν αναφέρει ότι οι ψαροκροκέτες του πειράματος αποτελούνταν από συγκεκριμένο μείγμα αυτών των ψαριών. Το χαρακτηριστικό που εξετάστηκε ήταν γενικότερα η χρήση «under-utilised species», δηλαδή υποαξιοποιούμενων ειδών.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα πείραμα διακριτών επιλογών (Discrete Choice Experiment), προκειμένου να εκτιμήσουν ποια χαρακτηριστικά του προϊόντος επηρεάζουν περισσότερο την επιλογή των καταναλωτών και την προθυμία τους να πληρώσουν. Το πείραμα πραγματοποιήθηκε με τρεις εκδοχές του προϊόντος, συνδεδεμένες με το Plymouth, το Grimsby και το Lowestoft, τρεις περιοχές με ισχυρή ιστορική σχέση με την αλιεία.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι καταναλωτές αποδίδουν θετική αξία στα χαρακτηριστικά που εξετάστηκαν, αλλά ένα ξεχωρίζει καθαρά: η βιώσιμη αλιεία. Η ένδειξη ότι το ψάρι έχει αλιευθεί με βιώσιμο τρόπο εμφάνισε τη μεγαλύτερη προθυμία πληρωμής. Αντίθετα, η συν-δημιουργία του προϊόντος με την τοπική κοινότητα αξιολογήθηκε θετικά, αλλά είχε τη μικρότερη σχετική αξία μεταξύ των εξεταζόμενων χαρακτηριστικών. Παράλληλα, οι διαφορές στην προθυμία πληρωμής μεταξύ των τριών γεωγραφικών εκδοχών του προϊόντος ήταν περιορισμένες.
Βάση των ευρημάτων της μελέτηες, υπάρχει δυνατότητα δημιουργίας αγοράς για ψάρια που σήμερα παραμένουν υποαξιοποιούμενα. Η μεταποίησή τους σε ένα οικείο και εύχρηστο προϊόν μπορεί να συμβάλει στην εμπορική αξιοποίησή τους, όμως η απλή αναφορά στην τοπικότητα ή στη συμμετοχή της κοινότητας δεν φαίνεται να είναι αρκετή. Για τον καταναλωτή, το ισχυρότερο μήνυμα είναι η βιωσιμότητα. Αυτό υποδεικνύει ότι η αξιοποίηση υποαξιοποιούμενων αλιευμάτων μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερες εμπορικές προοπτικές όταν συνδυάζεται με σαφή και αξιόπιστη πληροφόρηση για τον τρόπο αλίευσης και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του προϊόντος.