Περίπου το 80% της προσφοράς κοτόπουλου στη Βρετανία βρίσκεται σε μια αγορά που ελέγχεται ουσιαστικά από τρεις επιχειρήσεις, σύμφωνα με νέα έρευνα που εξετάζει τον βαθμό συγκέντρωσης της βιομηχανίας κρέατος, αυγών και γαλακτοκομικών προϊόντων σε τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές. Η εικόνα που προκύπτει για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένη, καθώς οκτώ επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% του κύκλου εργασιών στην επεξεργασία κρέατος, ενώ πέντε εταιρείες αντιστοιχούν σε σχεδόν 60% του κύκλου εργασιών στην επεξεργασία γαλακτοκομικών.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από ομάδα δημοσιογράφων από τη Βρετανία, την Ισπανία και την Ιταλία, εξετάζει παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις επεκτείνονται σε περισσότερα στάδια της ίδιας παραγωγικής αλυσίδας, από τις ζωοτροφές και τη γενετική έως την εκτροφή, τη σφαγή, την επεξεργασία και τη διανομή. Η πρακτική αυτή, γνωστή ως κάθετη ολοκλήρωση, μπορεί να αυξήσει την επιρροή των μεγάλων ομίλων στην αγορά, ενώ οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα προειδοποιούν ότι η μεγάλη συγκέντρωση μπορεί να περιορίσει τον ανταγωνισμό, να πιέσει τις τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί και να μην μεταφέρει απαραίτητα το όφελος από το χαμηλότερο κόστος στους καταναλωτές.
Τρεις επιχειρήσεις στην αγορά κοτόπουλου
Στην περίπτωση του κοτόπουλου, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική, καθώς η βρετανική Αρχή Ανταγωνισμού και Αγορών έχει υπολογίσει ότι το 80% της αγοράς είναι συγκεντρωμένο σε τρεις επιχειρήσεις, τις Moy Park, Avara Foods και Boparan Group. Η τελευταία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις 2 Sisters Food Group και Banham Poultry και εκτιμάται από την ίδια αρχή ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής κοτόπουλου στη χώρα, με περιορισμένο αριθμό σημαντικών ανταγωνιστών. Η συγκέντρωση είναι ακόμη μεγαλύτερη όταν εξετάζεται συνολικά η επεξεργασία κρέατος. Οκτώ επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% του σχετικού κύκλου εργασιών, ο οποίος υπολογίζεται σε 22 δισ. λίρες, ενώ στον κλάδο του χοιρινού τέσσερις εταιρείες ελέγχουν περίπου το 90% του κύκλου εργασιών της επεξεργασίας. Στα γαλακτοκομικά, πέντε επιχειρήσεις αντιστοιχούν σε σχεδόν 60% ενός κλάδου με κύκλο εργασιών περίπου 12 δισ. λιρών. Μεταξύ των μεγαλύτερων ομίλων που καταγράφονται στην έρευνα βρίσκονται οι Cranswick, Pilgrim’s Europe, Karro Food Group, ABP Food Group, Dawn Meats, Kepak Group, 2 Sisters Food Group και Avara Foods για το κρέας, ενώ στα γαλακτοκομικά περιλαμβάνονται οι Arla Foods UK, Müller UK & Ireland, Ornua UK, Saputo Dairy UK και Dale Farm.
Η επέκταση ορισμένων επιχειρήσεων δεν περιορίζεται στην απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου στην αγορά, αλλά αφορά και τον έλεγχο περισσότερων κρίκων της παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Cranswick, η οποία από το 2014 έχει εξαγοράσει δέκα μικρότερες επιχειρήσεις, αποκτώντας παρουσία σε δραστηριότητες όπως η παραγωγή λουκάνικων, η γενετική χοίρων, η παραγωγή κρέατος πουλερικών και οι ζωοτροφές. Η πρακτική αυτή μπορεί να προσφέρει οικονομίες κλίμακας, όμως οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η κάθετη ολοκλήρωση μπορεί ταυτόχρονα να δυσκολεύει την πρόσβαση ανταγωνιστών σε βασικές εισροές και να ενισχύει ακόμη περισσότερο τη θέση των μεγαλύτερων ομίλων.
Η ίδια τάση σε Ισπανία και Ιταλία
Παρόμοια φαινόμενα καταγράφονται και στις άλλες δύο χώρες που εξετάστηκαν. Στην Ισπανία, επτά επιχειρήσεις ελέγχουν πάνω από το μισό της σφαγής χοίρων, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 48% του κύκλου εργασιών στα γαλακτοκομικά. Η κάθετη ολοκλήρωση είναι ιδιαίτερα έντονη στον κλάδο του κρέατος, με ορισμένες επιχειρήσεις να έχουν παρουσία από την εκτροφή εκατομμυρίων ζώων και την παραγωγή ζωοτροφών μέχρι τη σφαγή και τη διανομή. Στην Ιταλία, πέντε επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το μισό της βιομηχανικής φάσης στις αλυσίδες κοτόπουλου, χοιρινού και βοδινού κρέατος, από το στάδιο της σφαγής και μετά. Στον κλάδο των πουλερικών ξεχωρίζει η Agricola Tre Valli, η οποία σύμφωνα με την έρευνα αντιπροσωπεύει περίπου το 38% ολόκληρης της βιομηχανικής φάσης της αλυσίδας. Στα γαλακτοκομικά η συγκέντρωση είναι μικρότερη, αν και οι πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν λίγο περισσότερο από το 23% της βιομηχανικής παραγωγής. Η συγκέντρωση των επιχειρήσεων συνδέεται από τους συντάκτες της έρευνας με την παράλληλη εξάπλωση των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων εκτροφής, καθώς η προηγούμενη έρευνα της ίδιας δημοσιογραφικής ομάδας είχε καταγράψει περισσότερες από 24.000 μονάδες βιομηχανικής κλίμακας για κοτόπουλα και χοίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Βρετανία. Ως τέτοιες ορίζονται μονάδες με τουλάχιστον 40.000 πουλερικά, 2.000 χοίρους πάχυνσης ή 750 χοιρομητέρες, ενώ ορισμένες από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις μπορούν να φιλοξενούν πάνω από 1 εκατομμύριο κοτόπουλα ή 30.000 χοίρους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η συγκέντρωση δεν είναι αυτομάτως αντίθετη προς τον ανταγωνισμό και ότι το μεγαλύτερο μέγεθος μπορεί να δημιουργεί οικονομίες κλίμακας. Το ζήτημα, σύμφωνα με την Επιτροπή, προκύπτει όταν η συγκέντρωση μετατρέπεται σε ισχύ στην αγορά που επηρεάζει τις αλυσίδες εφοδιασμού ή αποκλείει ανεξάρτητους παίκτες. Από την πλευρά τους, οι ερευνητές συνδέουν την ενίσχυση των μεγάλων επιχειρήσεων με ευρύτερες ανησυχίες για τις συνθήκες εκτροφής, τη ρύπανση, την αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά και την οικονομική πίεση που ασκείται στις μικρότερες κτηνοτροφικές μονάδες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Μύρτιλα: Η ουσία που «ξεκλειδώνει» την καύση λίπους στα μυϊκά κύτταρα
- Γυμναστική στο σπίτι ή στο γυμναστήριο; Ποια επιλογή φέρνει καλύτερα αποτελέσματα
- Μεγάλη φωτιά στο οινοποιείο Achaia Clauss στην Πάτρα, καταστράφηκε ολοσχερώς το πέτρινο κτίριο
- Φάρμακα αδυνατίσματος GLP-1: 310 φορές αυξήθηκε η χρήση τους σε παιδιά ηλικίας 8 έως 11 ετών
- 4 σημάδια που μπορεί να δείχνουν ότι η πίεση είναι υψηλή
- Τι έτρωγαν οι Αμερικανοί στο πρώτο πικνικ της ιστορίας το 1882