Νέα δεδομένα από συγκριτική αξιολόγηση τεχνολογιών ελέγχου σε διαφορετικά στάδια επεξεργασίας
Η παρουσία ξένων υλικών στα τρόφιμα παραμένει μία από τις βασικές αιτίες παραπόνων καταναλωτών διεθνώς, με τον τομέα του βοείου κρέατος να εμφανίζει υψηλά ποσοστά καταγραφών. Μεταλλικά αντικείμενα μπορούν να εισέλθουν στο προϊόν είτε πριν τη σφαγή, κατά τη διαχείριση των ζώων, είτε κατά τη διαδικασία επεξεργασίας, δημιουργώντας ζητήματα ασφάλειας και οικονομικές επιπτώσεις για τη βιομηχανία.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού συστήματος παρακολούθησης καταγγελιών καταναλωτών, τα ξένα σώματα αντιστοιχούν σχεδόν στο ήμισυ των συνολικών αναφορών, ενώ τα μεταλλικά αντικείμενα καταγράφονται μεταξύ των συχνότερων ευρημάτων. Το βόειο κρέας εμφανίζεται ως η κατηγορία με τις περισσότερες σχετικές καταγγελίες, ενώ έλεγχοι ποιότητας καταγράφουν την παρουσία μεταλλικών σκαγιών σε όλα τα σφαγεία που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα.
Πρόσφατα, πραγματοποιήθηκε πειραματική μελέτη για την αξιολόγηση τριών τεχνολογιών ανίχνευσης μεταλλικών ξένων σωμάτων: ακτίνες Χ (x-ray), παραδοσιακού ανιχνευτή μετάλλων και υπερήχων. Η έρευνα βασίστηκε σε δείγματα μυϊκού ιστού βοοειδών σε διαφορετικά στάδια επεξεργασίας, τόσο πριν όσο και μετά την αφαίρεση του δέρματος, καθώς και μετά τη διαδικασία ωρίμανσης του κρέατος. Τα μεταλλικά αντικείμενα τοποθετήθηκαν σε διαφορετικά βάθη εντός των ιστών ώστε να προσομοιωθούν ρεαλιστικές συνθήκες.
Συνολικά εξετάστηκαν δέκα τύποι μεταλλικών αντικειμένων, με διαφορετικά χαρακτηριστικά μεγέθους, πυκνότητας και σύστασης, όπως σφαίρες, βελόνες, σύρματα και βλήματα. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν από χειριστές που δεν γνώριζαν την ακριβή θέση των αντικειμένων, ενώ τα αποτελέσματα καταγράφηκαν με δυαδικό τρόπο, ως επιτυχής ή μη ανίχνευση.
Τα δεδομένα έδειξαν ότι η αποτελεσματικότητα των μεθόδων επηρεάζεται από συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων το βάθος τοποθέτησης, το μέγεθος του αντικειμένου και η κατάσταση του μυϊκού ιστού. Οι ακτίνες Χ κατέγραψαν πλήρη ανίχνευση όλων των αντικειμένων σε όλα τα βάθη και σε όλα τα στάδια του ιστού. Δεν παρατηρήθηκε μείωση απόδοσης ακόμη και σε περιπτώσεις μικρών ή χαμηλής πυκνότητας αντικειμένων.
Αντίθετα, οι ανιχνευτές μετάλλων εμφάνισαν μεταβλητή απόδοση. Η ανίχνευση ήταν υψηλή για μεγάλα και πυκνά αντικείμενα, ιδιαίτερα όταν βρίσκονταν κοντά στην επιφάνεια, αλλά μειωνόταν σημαντικά όσο αυξανόταν το βάθος ή μειωνόταν το μέγεθος. Σε ορισμένες περιπτώσεις μικρών αντικειμένων δεν καταγράφηκε καμία ανίχνευση.
Οι υπέρηχοι παρουσίασαν τη χαμηλότερη συνολική αποτελεσματικότητα. Η απόδοση ήταν καλύτερη σε μικρά βάθη και μειωνόταν όσο αυξανόταν η απόσταση από την επιφάνεια, ενώ δυσκολία καταγράφηκε ιδιαίτερα στην ανίχνευση λεπτών αντικειμένων, όπως σύρματα και βελόνες.
Η μελέτη καταγράφει επίσης ότι οι επιδόσεις κάθε τεχνολογίας επηρεάζονται από τεχνικές παραμέτρους, όπως η ισχύς του εξοπλισμού, η ανάλυση και η εμπειρία του χειριστή. Παράλληλα, επισημαίνονται πρακτικοί περιορισμοί, όπως το κόστος εγκατάστασης, οι απαιτήσεις υποδομών και η ταχύτητα γραμμής παραγωγής, που επηρεάζουν την εφαρμογή των συστημάτων στη βιομηχανία. Τα ευρήματα αναδεικνύουν διαφοροποιήσεις στην ικανότητα ανίχνευσης ανά τεχνολογία και συνθήκη, με άμεσες συνέπειες για τις διαδικασίες ελέγχου ποιότητας και ασφάλειας στη βιομηχανία κρέατος.
Σύνδεσμος για την επιστημονική https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0362028X26000761
