Νέα διεθνής ανασκόπηση εντοπίζει ευρέως διαδεδομένους ενδοκρινικούς διαταράκτες στο μητρικό γάλα, ενώ οι ειδικοί ζητούν αυστηρότερες πολιτικές προστασίας παρά τη σαφή υπεροχή των οφελών του θηλασμού.
Μια εκτεταμένη διεθνής ανασκόπηση, δημοσιευμένη στο Current Environmental Health Reports, φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τη δημόσια υγεία: την παρουσία χημικών ουσιών με ενδοκρινική δράση στο μητρικό γάλα. Από τις δισφαινόλες και τις ουσίες PFAS μέχρι τα φυτοφάρμακα και τους βρωμιωμένους επιβραδυντές φλόγας, οι ερευνητές εντόπισαν ίχνη παρεμβατικών ουσιών στο μητρικό γάλα από πολλές περιοχές του κόσμου. Παρά την ανησυχία που προκαλούν τα ευρήματα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα οφέλη του θηλασμού εξακολουθούν να υπερτερούν κατά πολύ των πιθανών κινδύνων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σε ελληνικά καταστήματα επικίνδυνο μαγειρικό σκεύος – Κίνδυνος εγκαύματος σύμφωνα με το Safety Gate
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νοθευμένα τρόφιμα – υγειονομική βόμβα: Μπαχαρικά, μέλι και ελαιόλαδο μολυσμένα με βαρέα μέταλλα και μικρόβια
Η ανασκόπηση εξετάζει 71 μελέτες των τελευταίων ετών και καταγράφει μετρήσιμες συγκεντρώσεις βιομηχανικών χημικών με ικανότητα να επηρεάζουν ορμόνες που ρυθμίζουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου, τον μεταβολισμό, την ανοσία και τη σωματική ωρίμανση. Η επικεφαλής της έρευνας, Κάθριν Μανζ από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, εξήγησε ότι τα βρέφη μπορεί να εκτίθενται σε «μείγματα» ενδοκρινικών διαταρακτών μέσω του μητρικού γάλακτος, με τα πιο ανησυχητικά αποτελέσματα να σχετίζονται με το νευροαναπτυξιακό προφίλ και τη λειτουργία του θυρεοειδούς. Δεδομένα από αρκετές χώρες δείχνουν ότι υψηλότερη έκθεση σε επιβραδυντές φλόγας τύπου PBDE συνδέεται με χαμηλότερες επιδόσεις στα τεστ ανάπτυξης Bayley, τα οποία αξιολογούν γνωστικές και κινητικές δεξιότητες βρεφών και νηπίων. Παρόμοια ανησυχητική εικόνα προκύπτει και για τα οργανοχλωριωμένα φυτοφάρμακα, η παρουσία των οποίων σχετίζεται με χειρότερη γλωσσική και γνωστική ανάπτυξη, ενώ σε ορισμένες μελέτες συνδέεται και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συμπεριφορών τύπου ΔΕΠΥ. Ένας τύπος επιβραδυντή φλόγας μάλιστα συσχετίστηκε με αυξημένη παρορμητικότητα σε παιδιά προσχολικής ηλικίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γιατί δεν πρέπει ΠΟΤΕ να καλύπτουμε τα ζεστά φαγητά με πλαστική μεμβράνη;
Παράλληλα, πολλές έρευνες καταγράφουν διαταραχές στους ορμονικούς δείκτες τόσο των μητέρων όσο και των νεογνών. Συνδυασμοί PBDE, φυτοφαρμάκων και άλλων ουσιών φαίνεται ότι επηρεάζουν επίπεδα TSH και IGF-1, ορμονών που παίζουν κομβικό ρόλο στη ρύθμιση της ανάπτυξης και της λειτουργίας του θυρεοειδούς.
Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες φτάνουν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της τροφής, του νερού, του αέρα, ακόμη και της επαφής με το δέρμα, γεγονός που καθιστά την έκθεση ουσιαστικά αναπόφευκτη. Έχουν ήδη εντοπιστεί στον πλακούντα και στο αίμα του ομφαλίου λώρου, ενώ η ανασκόπηση επιβεβαιώνει ότι πολλές από αυτές τις ουσίες συσσωρεύονται στους ιστούς της μητέρας και περνούν στο γάλα κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Μεταξύ των συχνότερα ανιχνευόμενων ουσιών βρίσκονται οι διφαινόλες όπως το BPA, τα επίμονα οργανοχλωριωμένα φυτοφάρμακα που αν και έχουν απαγορευτεί σε πολλές χώρες παραμένουν στο περιβάλλον, οι βρωμιωμένοι επιβραδυντές φλόγας PBDE και τα βιομηχανικά PCB, οι «αιώνιες» χημικές ουσίες PFAS που χρησιμοποιούνται σε αντικολλητικά και αδιάβροχα υλικά, οι φθαλικές ενώσεις που υπάρχουν σε πλήθος καταναλωτικών προϊόντων, οι παραβένες που χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά, καθώς και τα πολυκυκλικά αρωματικά υδρογονάνθρακες που παράγονται από την καύση καυσίμων και την ατμοσφαιρική ρύπανση. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η ικανότητά τους να μιμούνται ή να διαταράσσουν τη φυσιολογική ορμονική λειτουργία ακόμη και σε πολύ μικρές ποσότητες.
Παρά το γεγονός ότι σε 13 μελέτες εντοπίστηκαν επίπεδα έκθεσης υψηλότερα από τα συνιστώμενα, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή μέθοδος για την ακριβή εκτίμηση της ημερήσιας δόσης που λαμβάνει ένα βρέφος μέσω του θηλασμού. Μόνο δύο μελέτες χρησιμοποίησαν ειδικά όρια ασφαλείας για βρέφη· οι υπόλοιπες βασίστηκαν σε προσαρμογές των ορίων ενηλίκων, γεγονός που περιορίζει την ακρίβεια των συμπερασμάτων. Οι διαφορές μεταξύ περιοχών αντανακλούν τις τοπικές νομοθεσίες, τη βιομηχανική δραστηριότητα, τη ρύπανση του περιβάλλοντος και τις φυσικές μεταβολές στη σύνθεση του γάλακτος. Η έλλειψη τυποποίησης στον τρόπο συλλογής δειγμάτων και η περιορισμένη παρουσία μακροχρόνιων μελετών καθιστούν δύσκολη την εξαγωγή σαφών συμπερασμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τελικά να θηλάζω το μωρό μου;
Ωστόσο, παρά τις εύλογες ανησυχίες, η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί ξεκάθαρα ότι το μητρικό γάλα παραμένει η ιδανική τροφή για τα βρέφη, όπως εξακολουθεί να συνιστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Τα προστατευτικά οφέλη του για την άμεση και μελλοντική υγεία των παιδιών είναι τεκμηριωμένα και πολύ μεγαλύτερα από τους πιθανούς κινδύνους που προκαλούν οι χημικές ουσίες.
Το κεντρικό μήνυμα της ανασκόπησης είναι ότι απαιτούνται ισχυρότερες πολιτικές για τη μείωση της έκθεσης των γυναικών σε επίμονες χημικές ουσίες, ιδίως στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Οι συγγραφείς ζητούν πιο αυστηρούς κανονισμούς, συστηματικούς ελέγχους και τυποποιημένες μεθόδους μέτρησης της έκθεσης. Παράλληλα, επισημαίνουν την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένες μελέτες που θα παρακολουθούν τα παιδιά στο χρόνο, ώστε να γίνει σαφές πώς οι ενδοκρινικοί διαταράκτες επηρεάζουν την υγεία από τα πρώτα στάδια της ζωής. Απαραίτητη θεωρείται και η βαθύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι χημικές ουσίες μεταφέρονται από τη μητέρα στο γάλα και της σχέσης ανάμεσα στα επίπεδα έκθεσης και τις συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα.
Η νέα αυτή ανασκόπηση, πέρα από την επιστημονική της σημασία, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η προστασία της μητρότητας και της παιδικής ανάπτυξης απαιτεί συντονισμένες πολιτικές και περιβαλλοντική ευθύνη. Οι ερευνητές καλούν τις κυβερνήσεις να δράσουν προληπτικά, ώστε ο θηλασμός –ένα από τα πιο θεμελιώδη μέσα προστασίας της υγείας των βρεφών– να συνεχίσει να προσφέρει όλα τα οφέλη του χωρίς περιττές σκιές ανησυχίας.