Ήπια η πρώιμη δραστηριότητα του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ευρώπη το 2025
Μέχρι τις 2 Ιουλίου 2025, καμία χώρα στην Ευρώπη δεν έχει αναφέρει εγχώρια μεταδιδόμενο κρούσμα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου σε ανθρώπους με γνωστό τόπο μόλυνσης. Αν και τα πρώτα ανθρώπινα κρούσματα συνήθως καταγράφονται ήδη από τον Ιούνιο, η απουσία σχετικών αναφορών δεν θεωρείται εντελώς απροσδόκητη για την εποχή. Σύμφωνα με τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές, αυτό ενδέχεται να οφείλεται είτε στην καθυστερημένη διάγνωση και καταγραφή, είτε στην πραγματική απουσία λοιμώξεων. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η πλειονότητα των λοιμώξεων είναι ασυμπτωματική ή εμφανίζει ήπια συμπτώματα, γεγονός που δυσχεραίνει την ανίχνευση.
Από κτηνιατρικής σκοπιάς, μόλις πέντε κρούσματα σε ζώα έχουν καταγραφεί στην Ευρώπη από την αρχή του έτους, δύο σε ιπποειδή και τρία σε πτηνά. Τα πρώτα καταγράφηκαν στις 15 Ιανουαρίου στη Γερμανία και στις 16 Φεβρουαρίου στην Ιταλία, ενώ τα πιο πρόσφατα αφορούν την Ουγγαρία (12 Ιουνίου) και πάλι την Ιταλία (11 Ιουνίου). Ο αριθμός αυτός είναι αισθητά χαμηλότερος σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς την ίδια περίοδο το 2024 είχαν καταγραφεί 16 κρούσματα, ενώ η μέση μηνιαία καταγραφή μεταξύ 2015 και 2024 είναι σαφώς υψηλότερη. Πρόκειται για τον χαμηλότερο αριθμό κρουσμάτων στην πρώιμη φάση της περιόδου από το 2022.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι αναφορές εκτός εποχής, όπως το περιστατικό σε ίππο τον Ιανουάριο και σε πτηνό τον Φεβρουάριο, απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση. Είναι πιθανό να αφορούν ανίχνευση υπολειμματικού γενετικού υλικού ή αντισωμάτων από παλαιότερη λοίμωξη και όχι ενεργό κυκλοφορία του ιού. Η συνήθης περίοδος μετάδοσης του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ευρώπη εκτείνεται από μέσα Ιουνίου έως μέσα Νοεμβρίου, όταν η δραστηριότητα των κουνουπιών, βασικών φορέων του ιού, βρίσκεται στην κορύφωσή της. Το γεγονός ότι φέτος η πρώιμη ιολογική δραστηριότητα είναι περιορισμένη, τόσο σε ζώα όσο και μέχρι στιγμής σε ανθρώπους, μπορεί να αντανακλά χαμηλότερη κυκλοφορία του ιού στο περιβάλλον. Αυτό ενδέχεται να σχετίζεται με φυσικές διακυμάνσεις, αλλαγές στο μικροκλίμα ή σε παράγοντες όπως η ανοσία των πτηνών, που λειτουργούν ως φυσικά «ρεζερβουάρ» του ιού.