Νέα μελέτη δείχνει ότι οι ισοφλαβόνες που βρίσκονται σε όσπρια και προϊόντα σόγιας μειώνουν τη φλεγμονή και βελτιώνουν την αναπνευστική λειτουργία
Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), που περιλαμβάνει το εμφύσημα και τη χρόνια βρογχίτιδα, είναι μια προοδευτική φλεγμονώδης νόσος των πνευμόνων που αποτελεί την τέταρτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Chronic Obstructive Pulmonary Diseases: Journal of the COPD Foundation, με επικεφαλής ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, προσθέτει μια νέα διατροφική διάσταση στη διαχείριση της νόσου, υποδεικνύοντας ότι η αυξημένη κατανάλωση ισοφλαβονών από όσπρια και προϊόντα σόγιας συνδέεται με λιγότερα αναπνευστικά συμπτώματα.
Οι ισοφλαβόνες είναι φυτικές ουσίες που ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των φυτοοιστρογόνων και βρίσκονται κυρίως σε όσπρια όπως φακές, ρεβύθια, φασόλια και αρακάς, καθώς και σε προϊόντα σόγιας όπως τόφου, γάλα σόγιας και edamame. Γνωστές για τις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές τους, οι ισοφλαβόνες έχουν μελετηθεί σε σχέση με διάφορες χρόνιες παθήσεις. Η νέα μελέτη εξέτασε για πρώτη φορά τη σχέση τους με την πορεία της ΧΑΠ.
Οι συμμετέχοντες ήταν όλοι πρώην καπνιστές, μια ομάδα ιδιαίτερα σχετική καθώς το κάπνισμα αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου για ΧΑΠ. Συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για τη διατροφή τους και τα συμπτώματά τους, ενώ υποβλήθηκαν σε δοκιμές πνευμονικής λειτουργίας και κλινικές αξιολογήσεις σε τρεις χρονικές στιγμές: στην έναρξη, στους τρεις μήνες και στους έξι μήνες.
Τα άτομα με υψηλότερη κατανάλωση ισοφλαβονών εμφάνισαν λιγότερα αναπνευστικά συμπτώματα, συγκεκριμένα μειωμένο βήχα και λιγότερη δυσκολία στην αποβολή βλέννας, καθώς και γενικά βελτιωμένη πνευμονική υγεία. Τα ευρήματα αυτά ευθυγραμμίζονται με την αυξανόμενη επιστημονική αναγνώριση ότι η διατροφή και η διατροφολογία αποτελούν τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για χρόνιες πνευμονικές παθήσεις.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες για να κατανοηθεί πλήρως ο μηχανισμός με τον οποίο η αυξημένη κατανάλωση ισοφλαβονών βελτιώνει τα συμπτώματα της ΧΑΠ και τη συνολική πνευμονική υγεία. Η τρέχουσα μελέτη είναι παρατηρητική, άρα δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση, αλλά ανοίγει έναν ενδιαφέρον ερευνητικό δρόμο για μια νόσο που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και για την οποία οι διατροφικές παρεμβάσεις παραμένουν ανεπαρκώς μελετημένες.