Η προσπάθεια να διατηρούν οι άνθρωποι με διαβήτη το σάκχαρό τους όσο γίνεται πιο σταθερό αποτελεί σημαντικό μέρος της καθημερινής διαχείρισης της νόσου. Ωστόσο, νέα δεδομένα δείχνουν ότι η επιδίωξη να εξαλειφθεί κάθε μικρή μεταβολή της γλυκόζης μπορεί να έχει και μια λιγότερο προφανή πλευρά, καθώς η συνεχής προσπάθεια για αυστηρό έλεγχο ενδέχεται να περιορίζει δραστηριότητες, γεύματα ή άλλες καθημερινές επιλογές. Σε ανάλυση 400 ενηλίκων με διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ημέρες με μεγαλύτερη διακύμανση της γλυκόζης, εφόσον αυτή παρέμενε εντός ασφαλών ορίων, ακολουθούνταν από ημέρες με καλύτερη αναφερόμενη ποιότητα ζωής.
Το εύρημα δεν σημαίνει ότι η κακή ρύθμιση του σακχάρου είναι επιθυμητή ούτε ότι οι άνθρωποι με διαβήτη πρέπει να επιδιώκουν μεγαλύτερες αυξομειώσεις. Αντίθετα, στην ίδια ανάλυση ο περισσότερος χρόνος που περνούσε κάποιος σε φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης συνδεόταν επίσης με καλύτερη ποιότητα ζωής την επόμενη ημέρα. Αυτό που φαίνεται να έχει ενδιαφέρον είναι η πιθανή ισορροπία ανάμεσα στην επίτευξη καλού γλυκαιμικού ελέγχου και στο βάρος που μπορεί να συνεπάγεται η προσπάθεια για έναν υπερβολικά «τέλειο» έλεγχο.
Τι έδειξαν οι μετρήσεις
Η έρευνα βασίστηκε στο πρόγραμμα PRO-MENTAL, το οποίο χρηματοδοτείται από το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Διαβήτη. Οι 400 συμμετέχοντες, 72% με διαβήτη τύπου 1 και 28% με διαβήτη τύπου 2, χρησιμοποίησαν συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης για 14 ημέρες. Παράλληλα, κάθε ημέρα αξιολογούσαν την ποιότητα ζωής τους μέσω ερωτηματολογίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, καταγράφοντας μεταξύ άλλων εάν ένιωθαν χαρούμενοι, ήρεμοι, δραστήριοι και ξεκούραστοι και εάν η καθημερινότητά τους περιείχε πράγματα που τους ενδιέφεραν. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 47 έτη, ενώ η μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν 7,6%.
Οι ερευνητές εξέτασαν πόσο χρόνο περνούσαν οι συμμετέχοντες κάτω από τα 70 mg/dL, πάνω από τα 180 mg/dL και μεταξύ 70 και 140 mg/dL, καθώς και πόσο μεταβαλλόταν η γλυκόζη μέσα στην ημέρα. Στη συνέχεια συνέκριναν αυτές τις μετρήσεις με την ποιότητα ζωής την ίδια ημέρα και την επόμενη, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο τύπος διαβήτη και η ποιότητα ζωής της προηγούμενης ημέρας.
Το αποτέλεσμα που ξεχώρισε ήταν ότι περισσότερος χρόνος στο εύρος 70 έως 140 mg/dL την προηγούμενη ημέρα συνδεόταν με καλύτερη ποιότητα ζωής την επόμενη. Ταυτόχρονα, όμως, και η μεγαλύτερη διακύμανση της γλυκόζης συνδεόταν με καλύτερη ποιότητα ζωής την επόμενη ημέρα. Αντίθετα, ο χρόνος που οι συμμετέχοντες βρίσκονταν πάνω από τα 180 mg/dL ή κάτω από τα 70 mg/dL δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική σχέση με την ποιότητα ζωής της επόμενης ημέρας. Οι μετρήσεις γλυκόζης της ίδιας ημέρας επίσης δεν συνδέθηκαν με την ποιότητα ζωής εκείνης της ημέρας.
Η πίεση για «τέλειες» τιμές
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη σχέση μπορεί να αντανακλά το καθημερινό βάρος που αντιμετωπίζουν ορισμένοι άνθρωποι όταν προσπαθούν να κρατούν τη γλυκόζη εξαιρετικά σταθερή. Η συνεχής παρακολούθηση των τιμών, οι προσαρμογές στη διατροφή, η αποφυγή ορισμένων δραστηριοτήτων ή ο φόβος μιας απότομης μεταβολής μπορεί να περιορίζουν την αυθόρμητη συμμετοχή σε δραστηριότητες που είναι σημαντικές για την ποιότητα ζωής. Πρόκειται όμως για πιθανή ερμηνεία των ερευνητών και όχι για μηχανισμό που αποδείχθηκε από τη συγκεκριμένη ανάλυση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η σχέση του ύπνου και της ενέργειας με την ευεξία. Καλύτερη ποιότητα ύπνου κατά την προηγούμενη νύχτα και υψηλότερα επίπεδα ενέργειας την προηγούμενη ημέρα συνδέθηκαν επίσης με καλύτερη ποιότητα ζωής την επόμενη ημέρα. Το εύρημα υπογραμμίζει ότι η καθημερινή εμπειρία του διαβήτη δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά στις αριθμητικές μετρήσεις της γλυκόζης, αλλά επηρεάζεται και από το πώς η διαχείριση της νόσου εντάσσεται στην καθημερινότητα.
Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως επιχείρημα υπέρ της χαλαρότερης ρύθμισης του διαβήτη. Ο περισσότερος χρόνος σε φυσιολογικό εύρος γλυκόζης συνδέθηκε με καλύτερη ποιότητα ζωής, ενώ η ανάλυση δεν έδειξε ότι οι επικίνδυνες υπογλυκαιμίες ή υπεργλυκαιμίες προσφέρουν κάποιο όφελος. Το νέο στοιχείο αφορά κυρίως τη σχέση ανάμεσα στην προσπάθεια περιορισμού των διακυμάνσεων και την καθημερινή ευεξία.
Η έρευνα παρουσιάζεται στην ετήσια συνάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Μελέτη του Διαβήτη (EASD) στο Μιλάνο, στις 28 Σεπτεμβρίου έως 2 Οκτωβρίου 2026, και δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί ως πλήρης ερευνητική εργασία σε επιστημονικό περιοδικό.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Σκλαβενίτης: Επίσημη καταγγελία εργαζομένων για τις συνθήκες εργασίας, την ώρα που ο τζίρος ξεπερνά τα 6 δισ. ευρώ
- H LIDL στη μάχη εξαγοράς μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ
- Ποια οικιακά προϊόντα καθαρισμού δημιουργούν σωματίδια που φτάνουν βαθιά στους πνεύμονες – Έρευνα του Purdue University
- Ελλάδα: Πρόστιμα σε επιχειρήσεις χονδρεμπορίου και logistics στους κλάδους τροφίμων και εστίασης
- Ελληνικοί Παιδικοί σταθμοί: Σχεδόν οι μισοί προσφέρουν σε βρέφη τρόφιμα με πρόσθετα σάκχαρα – Η νέα εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας