ΑρχικήΝέαΚαταναλωτήςΤρόφιμα: Γιατί οι καταναλωτές θεωρούν πιο «φυσικά» όσα λήγουν γρηγορότερα

Τρόφιμα: Γιατί οι καταναλωτές θεωρούν πιο «φυσικά» όσα λήγουν γρηγορότερα

Γιατί τα τρόφιμα μικρότερης διάρκειας φαίνονται πιο φυσικά στους καταναλωτές

6 λεπτά ανάγνωσης

Ένα τρόφιμο που μπορεί να διατηρηθεί για αρκετούς μήνες ή ακόμη και χρόνια συχνά θεωρείται από τους καταναλωτές λιγότερο φυσικό από ένα αντίστοιχο προϊόν με μικρότερη διάρκεια ζωής. Η αντίληψη αυτή μπορεί να φαίνεται λογική σε μια εποχή κατά την οποία η υπερ-επεξεργασία των τροφίμων βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη διατροφή και την υγεία, όμως νέα έρευνα δείχνει ότι μπορεί να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Το πρόβλημα είναι ότι η μεγάλη διάρκεια ζωής δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα τρόφιμο έχει υποστεί περισσότερη επεξεργασία, καθώς μπορεί να οφείλεται σε καλύτερη συσκευασία, στη συντήρηση ή σε άλλες τεχνολογίες που δεν αλλάζουν ουσιαστικά τη σύστασή του.

Η μελέτη από ερευνητές του UBC Sauder School of Business, του Jinan University και του Hainan University εξέτασε ακριβώς αυτή τη σχέση ανάμεσα στη διάρκεια ζωής, την αντίληψη για τη φυσικότητα και την περιβαλλοντική συμπεριφορά των καταναλωτών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι καταναλωτές χρησιμοποιούν τη διάρκεια ζωής ως ένα είδος νοητικής συντόμευσης, δηλαδή ως ένα εύκολο χαρακτηριστικό που τους επιτρέπει να σχηματίσουν γρήγορα άποψη για το πόσο «φυσικό» θεωρούν ένα προϊόν, χωρίς να χρειάζεται να αξιολογήσουν όλες τις πληροφορίες της ετικέτας.

- Advertisement -

Η μικρότερη διάρκεια ζωής θεωρείται πιο φυσική

Σε ένα από τα πειράματα, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να συγκρίνουν πατατάκια με διάρκεια ζωής πέντε και εννέα μηνών. Όταν αξιολογούσαν τη φυσικότητα και την υγιεινή των προϊόντων, έδωσαν σαφώς καλύτερη εικόνα στα πατατάκια με τη μικρότερη διάρκεια ζωής. Αντίθετα, όταν το κριτήριο ήταν η φιλικότητα προς το περιβάλλον και η μείωση της σπατάλης τροφίμων, τα προϊόντα με τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής θεωρήθηκαν πιο κατάλληλα.

Το εύρημα έγινε ακόμη πιο εμφανές σε ένα άλλο πείραμα, στο οποίο οι καταναλωτές έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα σε σάλτσες ζυμαρικών με διάρκεια ζωής ενός και τριών ετών. Όταν οι ερευνητές τόνισαν τη σημασία της κατανάλωσης φυσικών τροφίμων, σχεδόν 7 στους 10 συμμετέχοντες επέλεξαν το προϊόν με τη διάρκεια ζωής ενός έτους. Όταν όμως το μήνυμα αφορούσε την προστασία του περιβάλλοντος, το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 43%.

- Advertisement -

Με άλλα λόγια, η ίδια ακριβώς πληροφορία για τη διάρκεια ζωής μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική επιλογή, ανάλογα με το ποιο χαρακτηριστικό είχε προηγουμένως αναδειχθεί ως σημαντικό. Οι καταναλωτές δεν αντιμετώπιζαν τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής μόνο ως πλεονέκτημα για τη διατήρηση του προϊόντος, αλλά και ως ένδειξη ότι το τρόφιμο είχε υποστεί περισσότερη επεξεργασία.

Ακόμη και η συσκευασία δεν αλλάζει εύκολα την αντίληψη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πειράματα στα οποία οι ερευνητές έδωσαν στους συμμετέχοντες πληροφορίες που εξηγούσαν τον πραγματικό λόγο για τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Σε μία περίπτωση, για παράδειγμα, παρουσιάστηκαν δύο προϊόντα μαγιονέζας και διευκρινίστηκε ότι το ένα διατηρούνταν περισσότερο όχι επειδή είχε υποστεί μεγαλύτερη επεξεργασία, αλλά επειδή χρησιμοποιούσε υψηλής απόδοσης σφράγιση στη συσκευασία.

Παρά την πρόσθετη αυτή πληροφορία, όταν οι συμμετέχοντες είχαν κληθεί να δώσουν προτεραιότητα στη φυσικότητα, εξακολουθούσαν να προτιμούν τη μαγιονέζα με τη μικρότερη διάρκεια ζωής. Το ίδιο μοτίβο καταγράφηκε και σε σύγκριση δύο μπάρων δημητριακών με σχεδόν ίδια συστατικά και παρόμοια διατροφικά χαρακτηριστικά, αλλά διαφορετική διάρκεια ζωής. Όταν η φυσικότητα αποτελούσε βασικό κριτήριο, οι συμμετέχοντες συνέχιζαν να προτιμούν το προϊόν που διατηρούνταν για μικρότερο χρονικό διάστημα.

Για τους ερευνητές, αυτό δείχνει πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η συγκεκριμένη νοητική συντόμευση. Οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους αναλυτικές πληροφορίες για τα συστατικά, τη διατροφική αξία και τη διαδικασία παραγωγής, όμως η αξιολόγηση όλων αυτών των στοιχείων απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Έτσι, καταφεύγουν σε πιο εύκολα αντιληπτά χαρακτηριστικά, όπως η διάρκεια ζωής, η συσκευασία ή ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ένα προϊόν.

Η «φυσικότητα» μπορεί να αυξήσει τη σπατάλη

Το πρόβλημα που αναδεικνύει η μελέτη δεν αφορά μόνο την αντίληψη για την υγιεινή διατροφή. Η προτίμηση προϊόντων με μικρότερη διάρκεια ζωής μπορεί να έχει και μια απρόσμενη περιβαλλοντική συνέπεια. Ένα τρόφιμο που διατηρείται για μικρότερο χρονικό διάστημα αφήνει λιγότερο περιθώριο στον καταναλωτή να το καταναλώσει πριν φτάσει στην ημερομηνία που αναγράφεται στη συσκευασία. Αν τελικά δεν καταναλωθεί εγκαίρως, μπορεί να καταλήξει στα απορρίμματα, ακόμη και αν η επιλογή του έγινε με κριτήριο την αγορά ενός πιο «φυσικού» προϊόντος.

Η αντίφαση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια περίοδο κατά την οποία η υπερ-επεξεργασία των τροφίμων αποτελεί βασικό αντικείμενο συζήτησης στη διατροφική επιστήμη. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η σύνδεση μεταξύ μεγάλης διάρκειας ζωής και επεξεργασίας δεν είναι εντελώς αυθαίρετη, καθώς ορισμένα τρόφιμα μακράς διάρκειας πράγματι βασίζονται σε έντονη επεξεργασία ή σε συνδυασμό τεχνικών συντήρησης. Ωστόσο, η σχέση δεν είναι απόλυτη. Η πρόοδος στη συσκευασία, την ψύξη και άλλες τεχνολογίες συντήρησης μπορεί επίσης να παρατείνει σημαντικά τη διάρκεια ζωής χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το τρόφιμο έχει μετατραπεί σε υπερ-επεξεργασμένο προϊόν.

Οι ερευνητές σημειώνουν επίσης ότι η διάρκεια ζωής συχνά συγχέεται από τους καταναλωτές με την ασφάλεια και την ποιότητα του τροφίμου. Η ημερομηνία «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από» αφορά κυρίως τη διατήρηση της ποιότητας και δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το τρόφιμο γίνεται ακατάλληλο την επόμενη ημέρα. Η λανθασμένη ερμηνεία των ημερομηνιών μπορεί επομένως να συμβάλει και αυτή στην απόρριψη τροφίμων που θα μπορούσαν ακόμη να καταναλωθούν, ανάλογα βέβαια με το είδος του προϊόντος και τις οδηγίες συντήρησής του.

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η μικρή διάρκεια ζωής δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ένα τρόφιμο είναι πιο φυσικό, λιγότερο επεξεργασμένο ή πιο υγιεινό. Για να αξιολογηθεί ένα προϊόν, χρειάζεται να εξετάζονται η λίστα των συστατικών, η διατροφική του αξία, ο βαθμός επεξεργασίας και ο τρόπος συντήρησης, αντί να χρησιμοποιείται μία μόνο πληροφορία ως υποκατάστατο όλων των υπόλοιπων στοιχείων.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Consumer Psychology.

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Οργανοληπτικός Έλεγχος: Η διαφορά ανάμεσα σε ένα προϊόν που λανσάρεται και σε αυτό που πουλάει – Του Π. Μπαργωτάκη (TÜV AUSTRIA Labs)

Πώς οι οργανοληπτικές δοκιμές μετατρέπουν την καταναλωτική εμπειρία σε επιχειρηματικό δεδομένο.

Βόειο κρέας, κακάο, σοκολάτα, καφές, φοινικέλαιο και σόγια: Τι πρέπει να δηλώνεται στο τελωνείο για εισαγωγές και εξαγωγές – Οι νέες απαιτήσεις του EUDR

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαιροποιεί τους κωδικούς TARIC και τις απαιτήσεις για εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων που καλύπτει ο EUDR.

Ελληνικοί Παιδικοί σταθμοί: Σχεδόν οι μισοί προσφέρουν σε βρέφη τρόφιμα με πρόσθετα σάκχαρα – Η νέα εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας

Νέα εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας καθορίζει τρόφιμα, μερίδες και συχνότητες γευμάτων για βρέφη και νήπια σε δημόσιους και ιδιωτικούς σταθμούς.