Για δεκαετίες, το κρασί βρίσκεται στο επίκεντρο μιας επιστημονικής συζήτησης που δύσκολα χωρά σε μια απλή απάντηση. Από τη μία πλευρά, πολλές μελέτες έχουν συνδέσει τη μέτρια κατανάλωση κρασιού με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία και καρδιαγγειακών παθήσεων. Από την άλλη, η κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται αιτιωδώς με αρκετές μορφές καρκίνου, ενώ οι σύγχρονες οδηγίες δημόσιας υγείας έχουν γίνει αυστηρότερες. Μια νέα ανασκόπηση επιχειρεί να βάλει τα διαθέσιμα δεδομένα σε τάξη και να εξηγήσει γιατί η εικόνα παραμένει πολύ πιο σύνθετη από το δίλημμα «κρασί καλό ή κακό». Οι ερευνητές από την Αυστραλία και την Κροατία εξέτασαν τη βιβλιογραφία από το 1980 έως τον Μάρτιο του 2026, αναζητώντας στοιχεία για την κατανάλωση κρασιού, τη θνησιμότητα, την καρδιαγγειακή υγεία, τις πολυφαινόλες, τη ρεσβερατρόλη, τον καρκίνο και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κατευθυντήριες οδηγίες για το αλκοόλ. Η εργασία δεν ήταν συστηματική ανασκόπηση ή μεταανάλυση, αλλά αφηγηματική ανασκόπηση της υπάρχουσας επιστημονικής γνώσης. Αυτό έχει σημασία, καθώς οι συγγραφείς δεν επιχειρούν να δώσουν μια νέα εκτίμηση κινδύνου, αλλά να εξετάσουν πώς έχουν ερμηνευθεί τα δεδομένα μέχρι σήμερα.
Η περίφημη καμπύλη J
Ένα από τα βασικά ζητήματα που εξετάζει η ανασκόπηση είναι η λεγόμενη καμπύλη J. Σε πολλές παρατηρητικές μελέτες, οι άνθρωποι που καταναλώνουν μικρές έως μέτριες ποσότητες κρασιού εμφανίζουν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου και ορισμένων καρδιαγγειακών παθήσεων σε σχέση τόσο με όσους καταναλώνουν πολύ αλκοόλ όσο και με όσους δεν πίνουν. Η χαμηλότερη τιμή της καμπύλης έχει συχνά τοποθετηθεί περίπου στα 10 έως 30 γραμμάρια αιθανόλης την ημέρα, αν και η ποσότητα διαφέρει ανάλογα με τον πληθυσμό και την έκβαση που εξετάζεται. Η μέτρια κατανάλωση κρασιού έχει συσχετιστεί με χαμηλότερα ποσοστά στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιακής ανεπάρκειας και διαβήτη τύπου 2, ενώ έχουν αναφερθεί επίσης συσχετίσεις με καλύτερη ευαισθησία στην ινσουλίνη και χαμηλότερο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης, άνοιας και νόσου Αλτσχάιμερ. Παράλληλα, το κρασί περιέχει πολυφαινόλες όπως η ρεσβερατρόλη, η κερκετίνη, οι κατεχίνες, οι ανθοκυανίνες και οι προκυανιδίνες, οι οποίες έχουν παρουσιάσει αντιφλεγμονώδεις και άλλες βιολογικές δράσεις σε πειραματικές μελέτες.
Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και το σημαντικότερο πρόβλημα. Οι περισσότερες ενδείξεις για τα υποτιθέμενα οφέλη της μέτριας κατανάλωσης προέρχονται από παρατηρητικές μελέτες, οι οποίες μπορούν να δείξουν συσχετίσεις αλλά δεν αποδεικνύουν ότι το κρασί προκαλεί τα συγκεκριμένα οφέλη. Οι άνθρωποι που πίνουν λίγο κρασί μπορεί να διαφέρουν από εκείνους που δεν πίνουν σε πολλούς άλλους παράγοντες, όπως η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, το εισόδημα και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης το φαινόμενο των πρώην καταναλωτών, καθώς άνθρωποι που σταμάτησαν να πίνουν λόγω προβλημάτων υγείας μπορεί να κατατάσσονται στην ομάδα των μη καταναλωτών και να αλλοιώνουν τις συγκρίσεις.
Το μεγαλύτερο αντίβαρο στα πιθανά καρδιαγγειακά οφέλη είναι ο κίνδυνος καρκίνου. Η ανασκόπηση επισημαίνει ότι η κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται αιτιωδώς με καρκίνους του μαστού, της στοματικής κοιλότητας, του φάρυγγα, του λάρυγγα, του οισοφάγου, του παχέος εντέρου και του ήπατος. Για τον καρκίνο του μαστού, ειδικότερα, ο κίνδυνος φαίνεται να αυξάνεται περίπου γραμμικά μαζί με την κατανάλωση αλκοόλ. Συνολικά, το αλκοόλ εκτιμάται ότι ευθύνεται για περίπου 4% έως 5% των νέων περιστατικών καρκίνου. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί οι οδηγίες έχουν αρχίσει να αποκλίνουν από την παλαιότερη αντίληψη ότι ένα ποτήρι κρασί μπορεί να αποτελεί μέρος μιας «υγιεινής» καθημερινότητας. Ο Καναδάς, για παράδειγμα, έχει θέσει πολύ χαμηλότερα όρια χαμηλού κινδύνου από εκείνα που χρησιμοποιούνται στις ΗΠΑ, ενώ η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επίσης διαφορετικές συστάσεις. Οι διαφορές δεν οφείλονται αποκλειστικά στα επιστημονικά δεδομένα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτά μοντελοποιούνται, όπως το αν δίνεται μεγαλύτερο βάρος στον καρκίνο ή στα καρδιαγγειακά νοσήματα, αν εξετάζεται η απόλυτη ή η σχετική αύξηση του κινδύνου και αν λαμβάνεται υπόψη η ηλικία.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι δεν υπάρχει λόγος να αρχίσει κάποιος να πίνει κρασί για να προστατεύσει την υγεία του. Για ορισμένους ενήλικες που ήδη καταναλώνουν μικρές ποσότητες μαζί με το γεύμα, η μέτρια κατανάλωση μπορεί να είναι συμβατή με ένα συνολικά υγιεινό διατροφικό πρότυπο, όμως αυτό απέχει από το να θεωρείται το κρασί προϊόν που συνιστάται για την πρόληψη ασθενειών. Η ίδια η ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι η ηλικία, το συνολικό διατροφικό πρότυπο, ο τρόπος κατανάλωσης και ο αρχικός κίνδυνος κάθε ανθρώπου μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την εικόνα.
Η ανασκόπηση δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients.