Νέα μελέτη του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο, δείχνει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα συνδέοται με μεταβολικές αλλαγές στο αίμα και με αυξημένο κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων.
Οι άνθρωποι που καταναλώνουν περισσότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα εμφανίζουν στο αίμα τους συγκεκριμένες μεταβολικές αλλαγές που έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων, σύμφωνα με νέα μεγάλη ευρωπαϊκή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Critical Reviews in Food Science and Nutrition. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer – IARC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σε συνεργασία με διεθνή ερευνητική ομάδα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σοβαρές παραβάσεις υγιεινής σε ευρωπαϊκή εταιρεία βρεφικού γάλακτος – Τέταρτο κρούσμα αλλαντίασης και ανάκληση 377.610 κουτιών
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από περισσότερους από 15.200 συμμετέχοντες της μεγάλης ευρωπαϊκής μελέτης EPIC (European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition), με στόχο να διερευνήσουν πώς η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων σχετίζεται με τις χημικές ουσίες που κυκλοφορούν στο αίμα και αντανακλούν τη λειτουργία του μεταβολισμού. Για την αξιολόγηση της διατροφής χρησιμοποιήθηκε το σύστημα ταξινόμησης Nova, το οποίο χωρίζει τα τρόφιμα ανάλογα με τον βαθμό επεξεργασίας τους, από τα μη ή ελάχιστα επεξεργασμένα έως τα υπερεπεξεργασμένα. Παράλληλα, αναλύθηκαν δείγματα αίματος ώστε να μετρηθούν μεταβολίτες και λιπαρά οξέα, δηλαδή ουσίες που παράγονται ή χρησιμοποιούνται κατά τις μεταβολικές διεργασίες του οργανισμού.
Η ανάλυση έδειξε ότι η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέθηκε με 22 διαφορετικούς μεταβολίτες και οκτώ λιπαρά οξέα στο αίμα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν αυξημένα επίπεδα ουσιών που σχετίζονται με διαταραχές στην καύση των λιπαρών οξέων και στη λειτουργία των μιτοχονδρίων, των οργανιδίων που παράγουν την ενέργεια των κυττάρων. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκαν χαμηλότερα επίπεδα λιπιδίων που συμμετέχουν στη δομή των κυτταρικών μεμβρανών και στη φυσιολογική επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνοδεύεται από μεταβολικές αλλαγές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός επεξεργάζεται και παράγει τα λιπαρά.
Η μελέτη κατέγραψε επίσης μεταβολές στο προφίλ των λιπαρών οξέων του αίματος. Οι συμμετέχοντες με υψηλότερη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων εμφάνιζαν αυξημένα επίπεδα στεατικού οξέος, ενός κορεσμένου λιπαρού οξέος που μπορεί να αποτελεί ένδειξη αυξημένης πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών ή μεταβολικών διαταραχών. Παράλληλα, βρέθηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις ορισμένων ωμέγα-6 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και του βιομηχανικού τρανς λιπαρού ελαϊδικού οξέος, ενώ χαμηλότερα ήταν τα επίπεδα του DHA, ενός ωμέγα-3 λιπαρού οξέος που συνδέεται με την υγεία της καρδιάς και του εγκεφάλου, καθώς και άλλων λιπαρών οξέων που θεωρούνται δείκτες καλύτερης μεταβολικής υγείας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ευρήματα δείχνουν ότι η επίδραση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων δεν περιορίζεται μόνο στην περιεκτικότητά τους σε λίπος, αλλά φαίνεται να επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός συνθέτει και μεταβολίζει τα λιπίδια, ιδιαίτερα όταν η διατροφή περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες επεξεργασμένων υδατανθράκων. Πρακτικά, η μελέτη λέει ότι όταν κάποιος καταναλώνει συστηματικά πολλά υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, ο οργανισμός του αρχίζει να εμφανίζει μετρήσιμες αλλαγές στο αίμα πριν ακόμη εμφανιστεί κάποια νόσος. Αυτές οι αλλαγές δείχνουν ότι ο μεταβολισμός του λίπους δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως σε άτομα που καταναλώνουν λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.
Η επικεφαλής της μελέτης, η παιδίατρος και ερευνήτρια Δρ Jessica Blanco-Lopez από το IARC, δήλωσε ότι η ταυτόχρονη μείωση λιπαρών οξέων με προστατευτικό ρόλο και η αύξηση δεικτών μεταβολικού στρες αποτελούν μία πιθανή βιολογική εξήγηση για τη σχέση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ της υψηλής κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και της αυξημένης συχνότητας καρδιαγγειακών νοσημάτων, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας, ορισμένων μορφών καρκίνου και πρόωρης θνησιμότητας.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, η οποία αποτυπώνει τα δεδομένα σε μία χρονική στιγμή. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα προκαλούν τις συγκεκριμένες μεταβολικές αλλαγές, αλλά καταγράφουν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των δύο. Όπως αναφέρουν, απαιτούνται μελλοντικές μελέτες για να διευκρινιστούν οι βιολογικοί μηχανισμοί που συνδέουν την εκτεταμένη βιομηχανική επεξεργασία των τροφίμων με την εμφάνιση χρόνιων νοσημάτων και την αύξηση του κινδύνου θανάτου.