Η αυξανόμενη παρουσία μικροπλαστικών και νανοπλαστικών στο περιβάλλον έχει προκαλέσει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, όμως οι εργαζόμενοι σε ορισμένες βιομηχανίες φαίνεται να εκτίθενται σε πολύ υψηλότερες συγκεντρώσεις από τον γενικό πληθυσμό. Νέα επιστημονική ανασκόπηση συγκεντρώνει τα διαθέσιμα δεδομένα και καταλήγει ότι η χρόνια επαγγελματική έκθεση σε αερομεταφερόμενα μικροπλαστικά και νανοπλαστικά ενδέχεται να επηρεάζει αρνητικά την αναπνευστική υγεία, αυξάνοντας τον κίνδυνο φλεγμονών και άλλων βλαβών στους πνεύμονες. Η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως σε εργαζόμενους που απασχολούνται στην παραγωγή πλαστικών, στην κλωστοϋφαντουργία, στην ανακύκλωση, στην τρισδιάστατη εκτύπωση και σε άλλες βιομηχανικές δραστηριότητες όπου παράγονται ή απελευθερώνονται μεγάλες ποσότητες πολύ μικρών πλαστικών σωματιδίων. Σε αυτούς τους χώρους εργασίας, η εισπνοή των σωματιδίων αποτελεί τη βασική οδό έκθεσης και τα επίπεδα μπορούν να είναι πολλαπλάσια εκείνων που καταγράφονται στο γενικό περιβάλλον. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα στοιχεία για τον γενικό πληθυσμό παραμένουν ακόμη περιορισμένα, όμως οι επαγγελματικοί χώροι προσφέρουν πολύτιμες ενδείξεις για το πώς η μακροχρόνια εισπνοή μικροπλαστικών μπορεί να επηρεάσει τον ανθρώπινο οργανισμό.
Οι εργαζόμενοι σε συγκεκριμένους κλάδους εκτίθενται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα
Σύμφωνα με την ανασκόπηση, οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις αερομεταφερόμενων μικροπλαστικών καταγράφονται σε εγκαταστάσεις όπου γίνεται παραγωγή, κοπή, λείανση, σύνθλιψη ή ανακύκλωση πλαστικών υλικών. Αντίστοιχα υψηλή έκθεση μπορεί να παρατηρηθεί στην παραγωγή συνθετικών υφασμάτων, καθώς και σε εργασίες τρισδιάστατης εκτύπωσης που χρησιμοποιούν θερμοπλαστικά υλικά. Τα πολύ μικρά σωματίδια μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα. Όσο μικρότερο είναι το μέγεθός τους, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να φτάσουν στις κυψελίδες των πνευμόνων, όπου ενδέχεται να προκαλέσουν επίμονη φλεγμονή, οξειδωτικό στρες και κυτταρικές βλάβες. Τα διαθέσιμα εργαστηριακά και επιδημιολογικά δεδομένα συνδέουν την παρατεταμένη έκθεση με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης αναπνευστικών συμπτωμάτων, μειωμένης πνευμονικής λειτουργίας και χρόνιων παθήσεων του αναπνευστικού.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι τα μικροπλαστικά δεν αποτελούν ομοιογενή κατηγορία. Διαφέρουν ως προς το μέγεθος, το σχήμα, τη χημική τους σύσταση και τα πρόσθετα που περιέχουν, γεγονός που δυσκολεύει την ακριβή εκτίμηση του κινδύνου. Επιπλέον, τα σωματίδια μπορούν να μεταφέρουν στην επιφάνειά τους άλλες χημικές ουσίες ή μικροοργανισμούς, επηρεάζοντας ενδεχομένως τη συνολική βιολογική τους δράση.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η επιστημονική γνώση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και ότι δεν υπάρχουν σήμερα διεθνώς καθιερωμένα όρια επαγγελματικής έκθεσης ειδικά για τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά. Η έλλειψη τυποποιημένων μεθόδων μέτρησης δυσκολεύει τόσο τη σύγκριση των μελετών όσο και την αξιολόγηση του πραγματικού κινδύνου για κάθε επαγγελματικό κλάδο. Η ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι απαιτούνται περισσότερες μακροχρόνιες επιδημιολογικές μελέτες, καθώς και καλύτερα συστήματα παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα στους χώρους εργασίας. Παράλληλα, προτείνεται η εφαρμογή μέτρων όπως αποτελεσματικότερος εξαερισμός, περιορισμός της παραγωγής σκόνης στις βιομηχανικές διαδικασίες και χρήση κατάλληλου εξοπλισμού ατομικής προστασίας όπου υπάρχει αυξημένη έκθεση.
Πηγή επιστημονικού περιοδικού: Environment Research