Ο χυμός cranberry κάνει ένα βασικό αντιβιοτικό πιο αποτελεσματικό κατά των λοιμώξεων ουροποιητικού
Οι λοιμώξεις ουροποιητικού είναι από τις πιο συχνές βακτηριακές λοιμώξεις παγκοσμίως και το κύριο αίτιό τους, το ουροπαθογόνο βακτήριο Escherichia coli (UPEC), αναπτύσσει ολοένα μεγαλύτερη αντοχή στα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπισή τους. Νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Applied and Environmental Microbiology δείχνει ότι ο χυμός cranberry μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη δράση της φοσφομυκίνης, ενός από τα κύρια αντιβιοτικά πρώτης γραμμής για τις λοιμώξεις ουροποιητικού, και παράλληλα να μειώσει δραστικά την εμφάνιση ανθεκτικών βακτηρίων.
Η φοσφομυκίνη χρησιμοποιείται για περισσότερο από 40 χρόνια και παραμένει ένα από τα αντιβιοτικά με τη μικρότερη εμφάνιση κλινικής αντοχής. Ωστόσο, μεταλλάξεις σε συστήματα μεταφοράς του βακτηρίου μπορούν να οδηγήσουν σε αυθόρμητη ανάπτυξη αντοχής. Η ερευνητική ομάδα εξέτασε αρχικά τον συνδυασμό χυμού cranberry με πολλά διαφορετικά αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για λοιμώξεις ουροποιητικού. Το πιο σημαντικό και συνεπές αποτέλεσμα παρατηρήθηκε με τη φοσφομυκίνη, η οποία έγινε το επίκεντρο της έρευνας.
Ο μηχανισμός που αλλάζει τα δεδομένα
Χρησιμοποιώντας δοκιμές διάχυσης σε άγαρ και δοκιμές σε 32 στελέχη UPEC, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο χυμός cranberry ενίσχυσε σημαντικά τη δράση της φοσφομυκίνης έναντι 25 από τα 32 στελέχη. Τα δύο στελέχη που δεν ανταποκρίθηκαν ήταν ήδη πλήρως ανθεκτικά στο αντιβιοτικό. Η μείωση στην εμφάνιση αυθόρμητης αντοχής ήταν εντυπωσιακή, καθώς στις πλάκες με χυμό cranberry, ο ρυθμός εμφάνισης ανθεκτικών μεταλλαγμάτων μειώθηκε κατά πέντε τάξεις μεγέθους, ενώ σε υψηλές συγκεντρώσεις φοσφομυκίνης δεν εντοπίστηκαν καθόλου ανθεκτικά βακτήρια. Η ανάλυση αλληλουχίας ολόκληρου του γονιδιώματος αποκάλυψε τον μοριακό μηχανισμό. Χωρίς χυμό cranberry, τα βακτήρια αναπτύσσουν αντοχή κυρίως μέσω μεταλλάξεων στο γονίδιο glpT, που κωδικοποιεί έναν μεταφορέα γλυκερόλης-3-φωσφόρου και αποτελεί την κύρια οδό εισόδου της φοσφομυκίνης στο βακτήριο. Παρουσία χυμού cranberry, ο χυμός καταστέλλει την έκφραση του συστήματος GlpT, αναγκάζοντας τα βακτήρια να χρησιμοποιούν έναν εναλλακτικό μεταφορέα, το σύστημα UhpT, για να απορροφήσουν το αντιβιοτικό. Αυτή η εναλλαγή οδηγεί σε διαφορετικό προφίλ μεταλλάξεων αντοχής, με τα βακτήρια να δυσκολεύονται πολύ περισσότερο να αναπτύξουν αντοχή μέσω της νέας οδού.
Τα ευρήματα αυτά είναι εργαστηριακά και δεν μπορούν να μεταφερθούν άμεσα σε κλινικές συστάσεις για κατανάλωση χυμού cranberry από ασθενείς. Δεν είναι γνωστό ποια συγκεκριμένα συστατικά του χυμού είναι υπεύθυνα για τα παρατηρούμενα αποτελέσματα, ούτε αν επιτυγχάνονται παρόμοια επίπεδα σε φυσιολογικές συνθήκες in vivo. Απαιτούνται μελέτες σε ζωικά μοντέλα και κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί η κλινική αξία του συνδυασμού. Εξίσου σημαντικό είναι να διερευνηθεί αν παρόμοιες αλληλεπιδράσεις παρατηρούνται και με άλλα αντιβιοτικά. Παρά τους περιορισμούς, τα ευρήματα προσφέρουν μια νέα μοριακή εξήγηση για τη σχέση μεταξύ cranberry και ουροποιητικών λοιμώξεων, πέρα από την καλά τεκμηριωμένη αντι-προσκολλητική δράση του φρούτου.