Τι αποκαλύπτει μια εκτεταμένη επιστημονική ανάλυση για τη γήρανση της καρδιάς και τον ρόλο του τρόπου ζωής και του κοινωνικού περιβάλλοντος
Μια μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Mayo Clinic Proceedings φέρνει στο προσκήνιο έναν παράγοντα που μέχρι σήμερα παρέμενε στο περιθώριο της καρδιολογίας: τους κοινωνικούς παράγοντες της υγείας. Η ανάλυση δείχνει ότι η οικονομική πίεση και η επισιτιστική ανασφάλεια επιταχύνουν τη βιολογική γήρανση της καρδιάς και αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου, συχνά περισσότερο από τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου όπως η υπέρταση ή ο διαβήτης.
Η έρευνα βασίστηκε σε περισσότερους από 280.000 ενήλικες που έλαβαν φροντίδα στο Mayo Clinic μεταξύ 2018 και 2023. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο που κατέγραφε εννέα βασικούς κοινωνικούς καθοριστικοί παράγοντες, όπως το στρες, τη φυσική δραστηριότητα, την κοινωνική απομόνωση, τη σταθερότητα στέγασης, την οικονομική κατάσταση, την πρόσβαση σε τρόφιμα, τη διατροφή, τις μεταφορές και το επίπεδο εκπαίδευσης. Παράλληλα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα ενισχυμένο με τεχνητή νοημοσύνη για να υπολογίσουν την «καρδιακή ηλικία» κάθε ατόμου.
Η καρδιακή ηλικία συγκρίθηκε με τη χρονολογική ηλικία, δημιουργώντας τον λεγόμενο «καρδιακό δείκτη ηλικιακού χάσματος». Όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το χάσμα, τόσο πιο γερασμένη θεωρείται βιολογικά η καρδιά και τόσο υψηλότερος ο μελλοντικός καρδιαγγειακός κίνδυνος. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μέθοδος αυτή προσφέρει μια νέα, μη επεμβατική και αντικειμενική ματιά στη βιολογική γήρανση, πέρα από τα παραδοσιακά κλινικά εργαλεία.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι κοινωνικές παράμετροι, ως σύνολο, είχαν τη μεγαλύτερη επίδραση στην επιτάχυνση της καρδιακής γήρανσης σε σύγκριση με τα γνωστά ιατρικά νοσήματα. Η οικονομική πίεση αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος παράγοντας, ενώ ακολούθησε η επισιτιστική ανασφάλεια. Άτομα που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, στέγη ή ιατρική φροντίδα, εμφανίζουν καρδιά βιολογικά μεγαλύτερη από την πραγματική τους ηλικία.
Παράλληλα, η μελέτη κατέγραψε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ κοινωνικών παραγόντων και θνησιμότητας. Η οικονομική στενότητα συνδέθηκε με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου, συγκρίσιμο ή και μεγαλύτερο από αυτόν παραδοσιακών παραγόντων όπως το κάπνισμα ή το ιστορικό εμφράγματος. Αντίστοιχα, η στεγαστική αστάθεια και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας αποδείχθηκαν κρίσιμοι δείκτες πρόωρης θνησιμότητας.
Όπως εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης Amir Lerman από το Τμήμα Καρδιαγγειακής Ιατρικής του Mayo Clinic, η έρευνα ξεκίνησε από τη διαπίστωση ότι οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου δεν εξηγούν πλήρως την καρδιαγγειακή νόσο. «Υπάρχουν κοινωνικοί παράγοντες που δεν εντοπίζουμε ή δεν ρωτάμε τους ασθενείς μας και οι οποίοι μπορεί να επηρεάζουν, ακόμη και να αναστρέφουν, τη βιολογική γήρανση», σημειώνει. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή, καθώς το δείγμα προέρχεται κυρίως από μη ισπανόφωνους λευκούς ασθενείς και το εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης έχει μέχρι στιγμής επικυρωθεί εσωτερικά. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη σκιαγραφεί με σαφήνεια ότι η καρδιά δεν γερνά μόνο από βιολογικούς δείκτες, αλλά και από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι.