Ερευνητές ανέπτυξαν τεχνολογία που ανιχνεύει διαβήτη και προδιαβήτη μέσω της αναπνοής
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου 37 εκατομμύρια ενήλικες πάσχουν από διαβήτη, όμως ένας στους πέντε δεν γνωρίζει καν την πάθησή του. Μέχρι σήμερα, η διάγνωση απαιτούσε αιματολογικές εξετάσεις ή επισκέψεις σε ιατρεία, διαδικασίες που συχνά είναι δαπανηρές και χρονοβόρες. Τώρα, μια καινοτόμα μέθοδος υπόσχεται να αλλάξει τα δεδομένα: Διάγνωση με μια απλή… εκπνοή.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕΤΕ: Μολυσμένο δημοφιλές τυρί σε μεγάλα Ελληνικά σούπερ μάρκετ – Κίνδυνος τραυματισμού – Δείτε φωτο
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Προσοχή στο συσκευασμένο παγωτό: Αναλύσεις 40 προϊόντων αποκαλύπτουν παρουσία τοξικών μετάλλων – Σύσταση για περιορισμό στα παιδιά
Ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Huanyu «Larry» Cheng, καθηγητή στο Penn State, ανέπτυξε έναν νέο αισθητήρα που μπορεί να εντοπίσει διαβήτη και προδιαβήτη σε λίγα μόλις λεπτά, χρησιμοποιώντας δείγμα αναπνοής. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο Chemical Engineering Journal.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σύκα: Πώς να τα αποξηράνετε για να αντέξουν μέχρι τον χειμώνα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σκύλος: Η τροφή που παρατείνει τη ζωή του κατά 3 χρόνια σύμφωνα με διατροφολόγο κατοικιδίων
Η τεχνολογία βασίζεται στην ανίχνευση ακετόνης, ενός υποπροϊόντος της καύσης λίπους, στην αναπνοή. Ενώ όλοι οι άνθρωποι εκπνέουν μικρές ποσότητες ακετόνης, συγκεντρώσεις άνω των 1,8 μερών ανά εκατομμύριο αποτελούν ένδειξη διαβήτη.
«Σε αντίθεση με τους αισθητήρες γλυκόζης στον ιδρώτα, που απαιτούν άσκηση ή άλλες μεθόδους για την πρόκληση εφίδρωσης, αυτός ο αισθητήρας χρειάζεται μόνο μια εκπνοή σε μια σακούλα και λίγα λεπτά αναμονής», εξηγεί ο Cheng.
Το κλειδί της επιτυχίας βρίσκεται στα υλικά. Ο αισθητήρας κατασκευάστηκε από πορώδες γραφένιο παραγόμενο με λέιζερ, συνδυασμένο με οξείδιο του ψευδαργύρου για μεγαλύτερη ακρίβεια. Η διαδικασία θυμίζει… ψήσιμο, καθώς ένα λέιζερ CO₂ “ψήνει” μια μεμβράνη πολυιμιδίου, δημιουργώντας πορώδες γραφένιο με πολλά ελαττώματα, ιδανικά για την παγίδευση μορίων αερίων.
Χάρη στη δομή του, το υλικό επιτρέπει στο αέριο να διεισδύει και να αλληλεπιδρά με μεγαλύτερη επιφάνεια, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα ανίχνευσης της ακετόνης, ακόμη και σε αναπνοές με υψηλή υγρασία.