Έκθεση ακόμα και σε χαμηλά επίπεδα μολύβδου κατά την εγκυμοσύνη και την παιδική ηλικία σχετίζεται με ταχύτερη απώλεια μνήμης και διαταραχές μάθησης
Μια σειρά πρόσφατων περιστατικών με τρόφιμα που βρέθηκαν επιμολυσμένα με μόλυβδο, από μπισκότα που δηλητηρίασαν 233 νήπια σε νηπιαγωγείο στην Κίνα, μέχρι ανακλήσεις παιδικών τροφών λόγω υπέρβασης των επιτρεπόμενων ορίων, έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία σε γονείς και επιστήμονες παγκοσμίως. Τα επαναλαμβανόμενα ευρήματα επικίνδυνων επιπέδων μολύβδου σε καταναλωτικά προϊόντα, όπως αναδεικνύουν τα δημοσιεύματα του cibum δείχνουν ότι ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός ούτε σποραδικός, αλλά μια υπαρκτή απειλή για τη δημόσια υγεία και κυρίως για τον αναπτυσσόμενο παιδικό εγκέφαλο.
Μέσα σε αυτό το ανησυχητικό πλαίσιο, νέα επιστημονική μελέτη της Ιατρικής Σχολής Icahn στο Όρος Σινάι, που δημοσιεύτηκε στις 9 Ιουλίου 2025 στο Science Advances και από τις πρώτες που ποσοτικοποιεί την επίδραση του μολύβδου στη μνήμη με τρόπο συγκρίσιμο μεταξύ ανθρώπινων και ζωικών μοντέλων, έδειξε ότι παιδιά που είχαν εκτεθεί σε υψηλότερα επίπεδα μολύβδου, κυρίως μεταξύ των ηλικιών 4 και 6, παρουσίασαν σημαντικά ταχύτερο ρυθμό λήθης, ακόμη και όταν τα επίπεδα μολύβδου στο αίμα βρίσκονταν σε τιμές χαμηλές (1,7 μg/dL). Η στατιστική ανάλυση βασίστηκε σε μια μη γραμμική τροποποιημένη συνάρτηση ισχύος, ένα καινοτόμο μοντέλο που προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια στην κατανόηση των επιδράσεων του μολύβδου στη μνήμη. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα παιδιά με υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης της μητέρας και τα μεγαλύτερα σε ηλικία εμφάνιζαν μεγαλύτερη ικανότητα διατήρησης πληροφοριών. Σύμφωνα με την Dr. Katherine Svensson, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στην Περιβαλλοντική Ιατρική και συν-πρώτη συγγραφέας της μελέτης, η σημασία του μοντέλου DMTS έγκειται στο ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο σε ανθρώπινες όσο και σε εργαστηριακές μελέτες, επιτρέποντας μεταφραστικές εφαρμογές και σύγκριση δεδομένων σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι ακόμα και η χαμηλή έκθεση στον μόλυβδο μπορεί να επηρεάσει βαθιά τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, ιδίως τις περιοχές που σχετίζονται με τη μνήμη και την επεξεργασία πληροφορίας. Η Dr. Svensson υπογραμμίζει ότι το μοντέλο μπορεί να αξιοποιηθεί για την κατανόηση της επίδρασης και άλλων περιβαλλοντικών παραγόντων όπως τα βαρέα μέταλλα, η ατμοσφαιρική ρύπανση ή οι ενδοκρινικοί διαταράκτες. Για τον Dr. Jamil M. Lane, συν-συγγραφέα της μελέτης, η καινοτομία έγκειται και στο γεγονός ότι ενσωματώνονται λειτουργικά τεστ που παραδοσιακά χρησιμοποιούνται σε ζωικά μοντέλα τοξικολογίας, αλλά σπανίζουν στην ανθρώπινη έρευνα. Αυτή η μεθοδολογική σύνδεση ενισχύει τις δυνατότητες της περιβαλλοντικής υγείας να παράγει πιο απτά, εφαρμοσμένα συμπεράσματα.
Ο Dr. Robert Wright, επικεφαλής του Τμήματος Περιβαλλοντικής Ιατρικής και συνδιευθυντής του Ινστιτούτου Εκφυσιοσωμικής Έρευνας, τονίζει ότι η μνήμη είναι θεμέλιο της ανθρώπινης ταυτότητας και εξέλιξης: «Το πώς σχηματίζουμε και διατηρούμε αναμνήσεις είναι καθοριστικό για το ποιοι είμαστε. Η μελέτη μας αποδεικνύει ότι παιδιά με αυξημένα επίπεδα μολύβδου ξεχνούν πιο γρήγορα, κάτι που μπορεί να έχει βαθιές επιπτώσεις στη μαθησιακή τους πορεία». Οι ερευνητές ζητούν ενίσχυση των πολιτικών πρόληψης της έκθεσης σε μόλυβδο, με ιδιαίτερη προσοχή σε κοινότητες που ιστορικά επιβαρύνονται από περιβαλλοντικές ανισότητες. Παράλληλα, υπογραμμίζουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σχετικά με την επίδραση του μολύβδου και άλλων περιβαλλοντικών ρύπων σε κρίσιμους γνωστικούς τομείς όπως η προσοχή, η εκτελεστική λειτουργία και η επεξεργασία ανταμοιβής.