Η ψιλοκυβίνη χρησιμοποιείται ήδη από εκατομμύρια ανθρώπους εκτός ιατρικού πλαισίου, την ώρα που η επιστήμη εξακολουθεί να προσπαθεί να ξεκαθαρίσει ποια από τα οφέλη που της αποδίδονται βασίζονται σε πραγματικές θεραπευτικές επιδράσεις και ποια μπορεί να σχετίζονται με τις προσδοκίες των χρηστών. Πρόσφατη έρευνα, υπολόγισε ότι περίπου 8 εκατομμύρια Αμερικανοί ηλικίας άνω των 12 ετών χρησιμοποίησαν ψιλοκυβίνη μέσα σε ένα έτος, ενώ η χρήση ήταν ιδιαίτερα συχνή στους νεότερους ενήλικες και σε ανθρώπους που είχαν βιώσει πρόσφατο σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο.
Νέα μελέτη έρχεται να εξετάσει ένα διαφορετικό αλλά ιδιαίτερα δημοφιλές κομμάτι αυτής της χρήσης, τη μικροδοσολογία, δηλαδή την επαναλαμβανόμενη λήψη πολύ μικρών ποσοτήτων ψιλοκυβίνης, συνήθως από τα λεγόμενα «μαγικά μανιτάρια» ή τρούφες. Η συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Psychiatry συγκέντρωσε τα διαθέσιμα στοιχεία από 11 μελέτες με συνολικά 3.262 ενήλικες και κατέληξε ότι, παρά τις πολυάριθμες αναφορές για καλύτερη διάθεση, περισσότερη δημιουργικότητα και μεγαλύτερη συγκέντρωση, η επιστημονική τεκμηρίωση παραμένει ανεπαρκής και τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά.
Ποια οφέλη αναφέρουν όσοι κάνουν microdosing
Από τις 11 μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση, οκτώ κατέγραψαν τουλάχιστον ένα θετικό αποτέλεσμα ή αντιλαμβανόμενο όφελος, ενώ μία εντόπισε ταυτόχρονα θετικές και αρνητικές επιδράσεις. Δύο μελέτες δεν βρήκαν σημαντική βελτίωση, ενώ σε ορισμένες επιμέρους δοκιμές οι ομάδες ελέγχου παρουσίασαν καλύτερα αποτελέσματα από εκείνες που έλαβαν την ψιλοκυβίνη. Τα ευρήματα αφορούσαν τη διάθεση, την ευεξία, την ψυχική υγεία, τη γνωστική λειτουργία, τις κοινωνικές σχέσεις, τη δημιουργικότητα και ορισμένες σωματικές λειτουργίες. Οι θετικές αναφορές περιλάμβαναν καλύτερη διάθεση, περισσότερη ενέργεια, μεγαλύτερη συγκέντρωση, παραγωγικότητα και δημιουργική σκέψη, ενώ σε ορισμένες μελέτες αναφέρθηκαν επίσης βελτιώσεις στο άγχος και την κατάθλιψη. Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος αυτών των αποτελεσμάτων προέρχεται από αυτοαναφορές ή μελέτες παρατήρησης, στις οποίες είναι δύσκολο να διαχωριστεί η πραγματική φαρμακολογική επίδραση από την προσδοκία ότι η ουσία θα λειτουργήσει. Η ίδια η ανασκόπηση επισημαίνει ότι οι μελέτες διαφέρουν σημαντικά ως προς τη δόση, τη συχνότητα λήψης, τον τρόπο μέτρησης των αποτελεσμάτων και τον σχεδιασμό τους, γεγονός που δεν επέτρεψε στους ερευνητές να πραγματοποιήσουν μία ενιαία μετα-ανάλυση. Από τις 11 μελέτες, μόνο πέντε είχαν ποσοτικό σχεδιασμό, ενώ έξι ήταν ποιοτικές. Επιπλέον, πέντε από τις μελέτες ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις ή μικρές σειρές περιστατικών, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων.
Η απόσταση ανάμεσα στη χρήση και την επιστημονική απόδειξη
Η αντίφαση γίνεται πιο σημαντική επειδή η χρήση της ψιλοκυβίνης έχει ήδη περάσει σε μεγάλο βαθμό έξω από τα ερευνητικά εργαστήρια. Η αμερικανική μελέτη που είχε παρουσιάσει το Cibum έδειξε ότι το 2,8% του πληθυσμού των ΗΠΑ άνω των 12 ετών είχε χρησιμοποιήσει ψιλοκυβίνη κατά το προηγούμενο έτος, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 8 εκατομμύρια ανθρώπους. Η χρήση ήταν συχνότερη στους 18 έως 25 ετών, ενώ οι άνθρωποι με πρόσφατο σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο εμφάνιζαν επίσης μεγαλύτερη πιθανότητα χρήσης. Το γεγονός ότι η ουσία χρησιμοποιείται ευρέως δεν σημαίνει όμως ότι οι πρακτικές που εφαρμόζονται εκτός ιατρικού πλαισίου έχουν την ίδια τεκμηρίωση με τις κλινικές δοκιμές. Στις θεραπευτικές μελέτες η ψιλοκυβίνη χορηγείται σε συγκεκριμένη δόση, σε προσεκτικά επιλεγμένους συμμετέχοντες και με οργανωμένη ψυχολογική υποστήριξη, ενώ η μικροδοσολογία που εφαρμόζεται από τους ίδιους τους χρήστες πραγματοποιείται συνήθως χωρίς τυποποιημένη δόση ή ιατρική παρακολούθηση. Η νέα ανασκόπηση υπογραμμίζει μάλιστα ότι τα δεδομένα για την ασφάλεια είναι ιδιαίτερα περιορισμένα, επειδή οι περισσότερες μελέτες δεν κατέγραψαν συστηματικά ανεπιθύμητες ενέργειες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ψιλοκυβίνη δεν έχει θεραπευτικό ενδιαφέρον. Η έρευνα για μεγαλύτερες, ελεγχόμενες δόσεις της ουσίας σε συγκεκριμένες ψυχιατρικές παθήσεις αποτελεί διαφορετικό ερευνητικό πεδίο από το microdosing και τα αποτελέσματα της μίας προσέγγισης δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτόματα στην άλλη. Το νέο εύρημα αφορά ειδικά τη μικροδοσολογία και δείχνει ότι οι υποσχέσεις για βελτίωση της διάθεσης, της δημιουργικότητας και της γνωστικής λειτουργίας δεν έχουν μέχρι σήμερα επιβεβαιωθεί με την ισχύ που θα απαιτούσε μια καθιερωμένη θεραπευτική πρακτική.
Οι ερευνητές ζητούν πλέον μεγαλύτερες τυχαιοποιημένες και διπλά τυφλές μελέτες, τυποποιημένες δόσεις και συστηματική καταγραφή των ανεπιθύμητων ενεργειών, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πραγματικό όφελος πέρα από το φαινόμενο placebo. Μέχρι τότε, η νέα ανασκόπηση καταλήγει ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν για ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια της μικροδοσολογίας ψιλοκυβίνης.
Φωτογραφία Shutterstock