Η ευρεία διάδοση της σεμαγλουτίδης μετά την έγκρισή της από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) για τη χρόνια διαχείριση του σωματικού βάρους το 2021 συνοδεύτηκε από σημαντική αύξηση των περιστατικών που καταγράφηκαν στα αμερικανικά κέντρα δηλητηριάσεων, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Σαν Αντόνιο (UT San Antonio).
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Medical Toxicology και παρουσιάστηκε επίσης στο περιοδικό Significance της Royal Statistical Society και της American Statistical Association, εξετάζει τη χρονική σχέση μεταξύ της διευρυμένης έγκρισης της σεμαγλουτίδης για τη θεραπεία της παχυσαρκίας και της απότομης αύξησης των αναφορών προς τα κέντρα δηλητηριάσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σεμαγλουτίδη ανήκει στην κατηγορία των αγωνιστών του υποδοχέα του πεπτιδίου GLP-1 (GLP-1 Receptor Agonists – GLP-1RAs) και αναπτύχθηκε αρχικά για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η χρήση της επεκτάθηκε σημαντικά μετά την έγκρισή της για τη μακροχρόνια αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, οδηγώντας σε εντυπωσιακή αύξηση των συνταγογραφήσεων και της εμπορικής της διάθεσης.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από την τότε προπτυχιακή φοιτήτρια Jordan Miller, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Στατιστικής και Επιστήμης Δεδομένων David Han, με τη συμμετοχή των Robert S. Miller, PharmD, ανώτερου ειδικού πληροφοριών δηλητηριάσεων, και Shawn M. Varney, καθηγητή Επείγουσας Ιατρικής και ιατρικού διευθυντή του South Texas Poison Center. Οι ερευνητές ανέλυσαν εθνικά δεδομένα από τα αμερικανικά κέντρα δηλητηριάσεων, προκειμένου να διαπιστώσουν αν η αύξηση των περιστατικών σχετιζόταν άμεσα με τη νέα ένδειξη της σεμαγλουτίδης ή αποτελούσε μια τυχαία χρονική σύμπτωση.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι πριν από το 2021 τα κέντρα δηλητηριάσεων λάμβαναν περίπου 1.000 έως 1.500 αναφορές ετησίως που αφορούσαν φάρμακα της κατηγορίας GLP-1RA. Μετά την έγκριση της σεμαγλουτίδης για τη διαχείριση του βάρους, οι κλήσεις αυξήθηκαν με ταχύ ρυθμό, ενώ έως το 2023 είχαν ξεπεράσει τις 8.000 ετησίως.
Η ανάλυση ανέδειξε ότι η σεμαγλουτίδη συγκέντρωνε μακράν τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών σε σύγκριση με τα υπόλοιπα φάρμακα της ίδιας θεραπευτικής κατηγορίας, γεγονός που οι ερευνητές συνδέουν τόσο με τη μεγάλη αύξηση της χρήσης της όσο και με την εκτεταμένη δημοσιότητα που έλαβε διεθνώς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η πλειονότητα των περιστατικών δεν σχετιζόταν με σκόπιμη κατάχρηση του φαρμάκου αλλά με ακούσια λάθη στη χορήγηση ή θεραπευτικά σφάλματα κατά τη χρήση του.
Οι συχνότερες αιτίες των κλήσεων αφορούσαν λανθασμένη συχνότητα χορήγησης και εσφαλμένη δοσολογία. Η σεμαγλουτίδη προορίζεται για υποδόρια ένεση μία φορά την εβδομάδα, ωστόσο αρκετοί ασθενείς την χορηγούσαν καθημερινά. Παράλληλα, αντί να ξεκινούν με τη χαμηλότερη δόση και να ακολουθούν σταδιακή αύξηση σύμφωνα με τις θεραπευτικές οδηγίες, ορισμένοι άρχιζαν απευθείας με την υψηλότερη διαθέσιμη δόση. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα λάθη θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να είχαν αποφευχθεί μέσω καλύτερης ενημέρωσης των ασθενών από τους επαγγελματίες υγείας και τα φαρμακεία σχετικά με τον σωστό τρόπο χρήσης του φαρμάκου.
Η στατιστική ανάλυση κατέδειξε ότι η έγκριση της σεμαγλουτίδης από τον FDA αποτέλεσε σημείο καμπής στη συχνότητα των περιστατικών. Η ομάδα των ατόμων που χρησιμοποιούσαν αγωνιστές GLP-1 αποκλειστικά για τη θεραπεία του διαβήτη ήταν σημαντικά μικρότερη σε σχέση με τον πληθυσμό που άρχισε να λαμβάνει τα ίδια φάρμακα για τη διαχείριση της παχυσαρκίας μετά το 2021. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η αύξηση της χρήσης συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση των σφαλμάτων χορήγησης, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της εκπαίδευσης των ασθενών και της ορθής ενημέρωσης κατά τη συνταγογράφηση και διάθεση των φαρμάκων.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι εξακολουθούν να συλλέγονται δεδομένα σχετικά με τη μακροχρόνια ασφάλεια των φαρμάκων της κατηγορίας GLP-1RA, γεγονός που καθιστά σημαντική τη συνεχή παρακολούθηση της χρήσης τους στην κλινική πράξη. Η Jordan Miller, η οποία σήμερα συνεχίζει τις μεταπτυχιακές της σπουδές στα μαθηματικά στο UT San Antonio, παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στο συνέδριο Los Datos του πανεπιστημίου, όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Journal of Medical Toxicology, επίσημο επιστημονικό περιοδικό του American College of Medical Toxicology, ενώ επιλέχθηκε και ως κεντρικό θέμα εξωφύλλου στο περιοδικό Significance, ένα από τα σημαντικότερα διεθνή περιοδικά στον χώρο της εφαρμοσμένης στατιστικής.
Πηγή: Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Σαν Αντόνιο