Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για την πορεία του σωματικού βάρους και τις επιδράσεις στην υγεία, μετά τη διακοπή φαρμακευτικής αγωγής στην παχυσαρκία
Η παχυσαρκία αποτελεί χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσο με παγκόσμια εξάπλωση και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακής νόσου και πρόωρης θνησιμότητας. Τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη και ευρεία χρήση φαρμάκων για τη διαχείριση του σωματικού βάρους, και ιδιαίτερα των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 και των διπλών αγωνιστών GLP-1/GIP, έχει αλλάξει ουσιαστικά την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, καθώς σε κλινικές δοκιμές έχει καταγραφεί σημαντική απώλεια σωματικού βάρους, συχνά της τάξης του 15–20% του αρχικού βάρους. Παράλληλα, παρατηρούνται βελτιώσεις σε δείκτες καρδιομεταβολικής υγείας, όπως η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα χοληστερόλης και η γλυκαιμική ρύθμιση.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Δεκάδες τροφικές δηλητηριάσεις από συμπλήρωμα διατροφής που προωθείται ως superfood
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τα προϊόντα ελληνικής παραγωγής που βρέθηκαν απαγορευμένα φυτοφάρμακα στους ελέγχους Δεκεμβρίου 2025
Επιστημονική μελέτη συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης από το Παπενπιστήμιο της Οξφόρδης, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The BMJ, εξετάζει τι συμβαίνει μετά τη διακοπή αυτών των θεραπειών. Σύμφωνα με τα ευρήματα, άτομα που σταματούν να λαμβάνουν συνταγογραφούμενα φάρμακα απώλειας βάρους συχνά επαναπροσλαμβάνουν το βάρος που είχαν χάσει και χάνουν μεγάλο μέρος των ωφελειών που είχαν επιτευχθεί στην υγεία τους. Η ανάλυση έδειξε ότι τα οφέλη που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία, όπως οι βελτιώσεις στη χοληστερόλη και την αρτηριακή πίεση, τείνουν να υποχωρούν μετά τη διακοπή της θεραπείας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται βιολογικές ριζογκοφρέτες λόγω απαγορευμένων φυτοφαρμάκων
Κατά μέσο όρο, τα άτομα ξαναπαίρνουν περίπου 0,4 κιλά σωματικού βάρους ανά μήνα μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. Με βάση αυτούς τους ρυθμούς, τόσο το σωματικό βάρος όσο και βασικοί δείκτες κινδύνου για διαβήτη και καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε ότι επιστρέφουν στα προ θεραπείας επίπεδα σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Ειδικότερα, τα μοντέλα πρόβλεψης της μελέτης δείχνουν επιστροφή του σωματικού βάρους στο αρχικό επίπεδο περίπου 1,7 χρόνια μετά τη διακοπή οποιουδήποτε φαρμάκου διαχείρισης βάρους.
Η μελέτη ανέλυσε συνολικά 37 μελέτες που είχαν δημοσιευθεί έως τον Φεβρουάριο του 2025 και περιλάμβαναν 9.341 ενήλικες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία. Η μέση διάρκεια φαρμακευτικής θεραπείας ήταν 39 εβδομάδες, ενώ η μέση περίοδος παρακολούθησης μετά τη διακοπή της θεραπείας ήταν 32 εβδομάδες. Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης συνέκριναν δεδομένα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, μη τυχαιοποιημένες μελέτες και παρατηρητικές μελέτες, καθώς και αποτελέσματα φαρμακευτικών παρεμβάσεων με μη φαρμακευτικές προσεγγίσεις, όπως προγράμματα συμπεριφορικής διαχείρισης βάρους και παρεμβάσεις με εικονικό φάρμακο.
Η ανάλυση έδειξε ότι η επαναπρόσληψη βάρους μετά τη διακοπή φαρμακευτικής αγωγής συμβαίνει σημαντικά ταχύτερα σε σύγκριση με την επαναπρόσληψη που παρατηρείται μετά από απώλεια βάρους μέσω διατροφής και φυσικής δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, ο ρυθμός επαναπρόσληψης ήταν σχεδόν τετραπλάσιος σε σχέση με εκείνον που καταγράφεται μετά τη λήξη προγραμμάτων συμπεριφορικής διαχείρισης βάρους, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο ήταν το αρχικό βάρος που χάθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα νεότερα φάρμακα της κατηγορίας των GLP-1, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, τα οποία έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τη θεραπευτική προσέγγιση της παχυσαρκίας. Παρά τη μεγάλη αποτελεσματικότητά τους στην απώλεια βάρους, περίπου οι μισοί άνθρωποι με παχυσαρκία διακόπτουν τη χρήση αυτών των φαρμάκων εντός ενός έτους. Το υψηλό αυτό ποσοστό διακοπής καθιστά κρίσιμη την κατανόηση των συνεπειών της διακοπής τόσο στο σωματικό βάρος όσο και στους κινδύνους που σχετίζονται με τον διαβήτη και την καρδιαγγειακή νόσο.
Οι καρδιομεταβολικοί δείκτες ακολούθησαν παρόμοια πορεία με το σωματικό βάρος. Η HbA1c, η γλυκόζη νηστείας, η συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση, η ολική χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια παρουσίασαν βελτίωση κατά τη διάρκεια της ενεργού θεραπείας, αλλά μετά τη διακοπή αυξάνονταν σταδιακά. Οι προβολές της μελέτης δείχνουν ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους δείκτες επιστρέφουν στα αρχικά επίπεδα εντός περίπου 1,4 ετών από τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα ευρήματα δείχνουν πως, παρά την επιτυχία των φαρμάκων στην επίτευξη αρχικής απώλειας βάρους, αυτά από μόνα τους δεν φαίνεται να επαρκούν για μακροχρόνιο έλεγχο του σωματικού βάρους. Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής συνοδεύεται από ταχεία επαναπρόσληψη βάρους και απώλεια των καρδιομεταβολικών ωφελειών που είχαν επιτευχθεί.
Σε συνοδευτικό σχολιασμό, ερευνητής από τις Ηνωμένες Πολιτείες σημείωσε ότι τα ευρήματα της μελέτης θέτουν υπό αμφισβήτηση την αντίληψη ότι οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 αποτελούν οριστική λύση για την παχυσαρκία. Τονίζεται ότι τα άτομα που λαμβάνουν τέτοιες θεραπείες θα πρέπει να γνωρίζουν το υψηλό ποσοστό διακοπής και τις συνέπειες που ακολουθούν μετά τη διακοπή, ενώ επισημαίνεται ότι οι υγιεινές διατροφικές και συμπεριφορικές πρακτικές παραμένουν κεντρικό στοιχείο της διαχείρισης της παχυσαρκίας, με τα φάρμακα να λειτουργούν συμπληρωματικά και όχι αυτόνομα.
Η επιστημονική μελέτη καταλήγει ότι η βραχυπρόθεσμη χρήση φαρμάκων διαχείρισης βάρους συνδέεται με απώλεια βάρους και βελτιώσεις στην καρδιομεταβολική υγεία που όμως εξασθενούν σχετικά γρήγορα μετά τη διακοπή, χωρίς να διατηρείται όφελος πέραν περίπου 1,7 ετών. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού στη διαχείριση της παχυσαρκίας και της πρόληψης ως βασικού πυλώνα αντιμετώπισης της νόσου.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.bmj.com/content/392/bmj-2025-085304