Οι άνδρες ζουν κατά μέσο όρο λιγότερα χρόνια από τις γυναίκες σε πολλές χώρες του κόσμου και οι επιστήμονες αναζητούν εδώ και χρόνια τους βιολογικούς μηχανισμούς που μπορεί να συμβάλλουν σε αυτή τη διαφορά. Μια μελέτη που εξέτασε 272.475 ανθρώπους εντόπισε ένα πιθανό κομμάτι του παζλ στην τυροσίνη, ένα αμινοξύ που ο οργανισμός χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων για την παραγωγή νευροδιαβιβαστών όπως η ντοπαμίνη, η νοραδρεναλίνη και η αδρεναλίνη. Τα υψηλότερα επίπεδα τυροσίνης στο αίμα συνδέθηκαν με μεγαλύτερη θνησιμότητα, ενώ η σχέση με μικρότερη διάρκεια ζωής παρέμεινε πιο καθαρή στους άνδρες όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη και τη φαινυλαλανίνη.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Aging και συνδύασε δεδομένα από τη UK Biobank με ανάλυση Μεντελιανής τυχαιοποίησης, μια γενετική μέθοδο που χρησιμοποιείται για να διερευνηθεί αν μια παρατηρούμενη συσχέτιση μπορεί να έχει αιτιώδη σχέση. Στην αρχική ανάλυση, τα υψηλότερα επίπεδα τυροσίνης συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία στους άνδρες, αλλά όχι στις γυναίκες. Συγκεκριμένα, κάθε αύξηση κατά μία τυπική απόκλιση στα επίπεδα τυροσίνης συνδέθηκε στους άνδρες με αναλογία κινδύνου 1,03, ενώ στις γυναίκες η αντίστοιχη σχέση δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Η διαφορά που εντοπίστηκε στους άνδρες
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα προέκυψε όταν οι ερευνητές προσπάθησαν να ξεχωρίσουν την επίδραση της τυροσίνης από εκείνη της φαινυλαλανίνης, του αμινοξέος από το οποίο παράγεται η τυροσίνη στον οργανισμό. Με τη χρήση πολυπαραγοντικής Μεντελιανής τυχαιοποίησης, η γενετικά προβλεπόμενη υψηλότερη τυροσίνη συνδέθηκε στους άνδρες με μείωση της αναμενόμενης διάρκειας ζωής κατά 0,91 έτη, με το διάστημα εμπιστοσύνης να κυμαίνεται από 0,21 έως 1,60 έτη. Στις γυναίκες η αντίστοιχη εκτίμηση ήταν μικρότερη, 0,36 έτη, και το αποτέλεσμα δεν ήταν σαφές στατιστικά. Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι η τυροσίνη εξηγεί από μόνη της γιατί οι άνδρες έχουν μικρότερο προσδόκιμο ζωής. Η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων δεν ήταν στατιστικά αποδεδειγμένη σε όλες τις αναλύσεις, ενώ η μελέτη εξέτασε μια σειρά από παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα, όπως η ηλικία, ο δείκτης μάζας σώματος, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η σωματική δραστηριότητα, η εκπαίδευση και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα δείχνουν έναν πιθανό μηχανισμό που αξίζει να διερευνηθεί περισσότερο και όχι μια οριστική εξήγηση για τη διαφορά στη μακροζωία.
Η φαινυλαλανίνη παρουσίασε διαφορετική εικόνα. Στην παρατηρησιακή ανάλυση, τα υψηλότερα επίπεδά της συνδέθηκαν με αυξημένη θνησιμότητα τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, με αναλογία κινδύνου 1,04 ανά τυπική απόκλιση. Ωστόσο, όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη ταυτόχρονα την τυροσίνη και τη φαινυλαλανίνη στη γενετική ανάλυση, η φαινυλαλανίνη δεν παρουσίασε πλέον σαφή σχέση με τη διάρκεια ζωής, ενώ η σχέση της τυροσίνης με μικρότερη διάρκεια ζωής παρέμεινε στους άνδρες.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να κόψουμε τις πρωτεΐνες
Η τυροσίνη βρίσκεται φυσιολογικά σε πολλές τροφές που περιέχουν πρωτεΐνη, όπως γαλακτοκομικά, αυγά, ψάρια, κρέας, όσπρια, ξηροί καρποί και σπόροι, ενώ ο οργανισμός μπορεί επίσης να τη συνθέσει από τη φαινυλαλανίνη. Επομένως, η μελέτη δεν μπορεί να μεταφραστεί σε μια απλή οδηγία του τύπου «λιγότερη τυροσίνη στη διατροφή σημαίνει μεγαλύτερη ζωή». Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα επίπεδα αμινοξέων στο αίμα δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα την ποσότητα που καταναλώνεται μέσω της διατροφής. Οι ερευνητές εξετάζουν ως πιθανό μηχανισμό τη σχέση της τυροσίνης με την αντίσταση στην ινσουλίνη και τον μεταβολισμό, ενώ παράλληλα αναφέρουν ότι οι επιδράσεις της μπορεί να αλληλεπιδρούν με τις ορμόνες του φύλου, μεταξύ των οποίων και η τεστοστερόνη. Πρόκειται όμως για πιθανές εξηγήσεις που χρειάζονται πειραματική επιβεβαίωση και όχι για μηχανισμούς που αποδείχθηκαν από τη συγκεκριμένη μελέτη.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο θέμα των συμπληρωμάτων τυροσίνης. Η συγκεκριμένη έρευνα δεν εξέτασε ανθρώπους που λαμβάνουν συμπληρώματα τυροσίνης και δεν απέδειξε ότι τα συμπληρώματα μειώνουν τη διάρκεια ζωής. Αντίθετα, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι τα ευρήματα δεν παρέχουν στοιχεία υπέρ ενός οφέλους της μακροχρόνιας λήψης τυροσίνης για τη μακροζωία. Για να διαπιστωθεί αν η μείωση των επιπέδων τυροσίνης σε ανθρώπους με υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί πράγματι να επηρεάσει τη διάρκεια ζωής, απαιτούνται παρεμβατικές μελέτες.