Μια μορφή υπέρτασης που μπορεί να παραμένει αδιάγνωστη επειδή οι ορμονικές διαταραχές δεν είναι σταθερές στη διάρκεια της ημέρας εντόπισε νέα μελέτη, δείχνοντας ότι οι εξετάσεις που βασίζονται σε μία μόνο μέτρηση αίματος ενδέχεται να μην αποτυπώνουν πάντα το πρόβλημα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες αυξήσεις της αλδοστερόνης κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν οι συγκεκριμένες ορμονικές μετρήσεις συνήθως δεν πραγματοποιούνται.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο Science Translational Medicine και βασίστηκε σε 60 ασθενείς από κέντρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και την Ελλάδα. Η ομάδα χρησιμοποίησε μια φορητή συσκευή που επέτρεψε τη συνεχή παρακολούθηση των ορμονών για 24 ώρες, ενώ οι συμμετέχοντες παρέμεναν στο σπίτι τους και ακολουθούσαν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του ύπνου.
Η υπέρταση που δεν φαίνεται πάντα στις εξετάσεις
Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός προκαλείται από υπερβολική παραγωγή αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια και θεωρείται σημαντική αιτία δευτεροπαθούς υπέρτασης. Εκτιμάται ότι αφορά περίπου 5% έως 20% των ανθρώπων με υπέρταση, ενώ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών και μεταβολικών προβλημάτων σε σύγκριση με την πρωτοπαθή υπέρταση.
Το πρόβλημα για τη διάγνωση είναι ότι η αλδοστερόνη δεν παραμένει υποχρεωτικά σε σταθερά υψηλά επίπεδα. Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές εντόπισαν παλμικές αυξήσεις της αλδοστερόνης κατά τη διάρκεια της νύχτας, μαζί με αυξήσεις δύο συγγενικών στεροειδών ορμονών, της 18-υδροξυκορτιζόλης και της 18-οξοκορτιζόλης. Παρότι ο ημερήσιος ρυθμός των ορμονών παρέμενε σε μεγάλο βαθμό διατηρημένος, οι νυχτερινές εκκρίσεις παρουσίαζαν χαρακτηριστικές διαταραχές.
Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί ένας ασθενής με πραγματική ορμονική υπέρταση μπορεί να έχει μια εξέταση που δεν φαίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ασθενείς με σοβαρό πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό παρουσίασαν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία τα επίπεδα της αλδοστερόνης έπεφταν κάτω από τα όρια που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση. Μια τυχαία αιμοληψία επομένως μπορεί να γίνει σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η ορμονική διαταραχή δεν είναι εμφανής.
Η φορητή συσκευή που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη επέτρεψε στους ερευνητές να λαμβάνουν δείγματα περίπου κάθε 20 λεπτά. Η τεχνολογία βασίζεται σε δειγματοληψία μέσω του δέρματος και έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται κατά την κανονική καθημερινότητα χωρίς να απαιτείται παραμονή του ασθενούς σε νοσοκομείο. Οι νυχτερινές ορμονικές αυξήσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες στους ασθενείς των οποίων ο υπεραλδοστερονισμός προερχόταν από το ένα επινεφρίδιο. Το εύρημα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία επειδή, μετά τη χειρουργική αφαίρεση του πάσχοντος επινεφριδίου, το συγκεκριμένο μη φυσιολογικό μοτίβο εξαφανίστηκε. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό αποτελεί πρόσθετη ένδειξη πως οι νυχτερινές εκρήξεις ορμονών συνδέονται άμεσα με τη νόσο.
Η μελέτη δεν σημαίνει ότι οι συμβατικές εξετάσεις αίματος πρέπει σήμερα να αντικατασταθούν από φορητές συσκευές. Πρόκειται για μελέτη απόδειξης της αρχής, με 60 συμμετέχοντες, και απαιτείται περαιτέρω έρευνα ώστε να καθοριστεί αν η συνεχής παρακολούθηση των ορμονών μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινή κλινική διάγνωση. Το εύρημα όμως ανοίγει έναν διαφορετικό δρόμο στην αναζήτηση του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού, καθώς δείχνει ότι δεν έχει σημασία μόνο το πόση αλδοστερόνη παράγει ο οργανισμός, αλλά και πότε την παράγει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ελληνική συμμετοχή στην έρευνα, καθώς μεταξύ των συνεργαζόμενων κέντρων περιλαμβάνεται το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» της Αθήνας, ενώ στη μελέτη συμμετείχε ο Δημήτρης Μαργαριτόπουλος.