Νέα ανάλυση ερευνητών του Πανεπιστημίου Columbia υποστηρίζει ότι ακόμη και η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με κινδύνους για την υγεία, αμφισβητώντας την αντίληψη περί «ασφαλούς» ποσότητας και ζητώντας αυστηρότερες οδηγίες δημόσιας υγείας.
Μια εκτεταμένη επιστημονική ανάλυση ερευνητών της Mailman School of Public Health του Πανεπιστημίου Columbia επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις επιπτώσεις του αλκοόλ στην υγεία, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν πειστικά επιστημονικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν οφέλη από τη μέτρια κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Αντίθετα, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι κάθε επίπεδο κατανάλωσης συνοδεύεται από κίνδυνο, ο οποίος αυξάνεται όσο μεγαλώνει η ποσότητα που καταναλώνεται.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σοβαρή καταγγελία κατά της Hondos Center από τον Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Σύλλογο
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Journal of Studies on Alcohol and Drugs και βασίστηκε σε σύνθετη στατιστική μοντελοποίηση. Οι επιστήμονες συνέκριναν δεδομένα από εθνικές έρευνες υγείας των Ηνωμένων Πολιτειών, δημογραφικά στοιχεία της Απογραφής, καθώς και επίσημα αρχεία νοσηρότητας και θνησιμότητας από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) και το Institute for Health Metrics and Evaluation (IHME). Στόχος ήταν να αποτιμηθεί η σχέση μεταξύ της κατανάλωσης αλκοόλ και της εμφάνισης καρκίνων, καρδιαγγειακών και ηπατικών παθήσεων, καθώς και τραυματισμών και ατυχημάτων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι πιθανές προστατευτικές επιδράσεις που έχουν κατά καιρούς αποδοθεί σε μικρές ποσότητες αλκοόλ, κυρίως όσον αφορά ορισμένες μορφές εγκεφαλικού επεισοδίου ή ισχαιμικής καρδιοπάθειας, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το συνολικό βάρος των αρνητικών συνεπειών. Οι ερευνητές τονίζουν ότι οι κίνδυνοι είναι σαφώς μετρήσιμοι και παρουσιάζουν δοσοεξαρτώμενη σχέση, δηλαδή αυξάνονται όσο αυξάνεται η κατανάλωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις για τον κίνδυνο θανάτου που αποδίδεται στο αλκοόλ κατά τη διάρκεια της ζωής. Η ανάλυση υποστηρίζει ότι άνδρες που καταναλώνουν περισσότερα από 6,5 ποτά την εβδομάδα και γυναίκες που καταναλώνουν πάνω από 7 ποτά εβδομαδιαίως εμφανίζουν κίνδυνο θνησιμότητας μεγαλύτερο από μία περίπτωση ανά χίλια άτομα. Όταν η κατανάλωση υπερβαίνει τα 8,5 ποτά την εβδομάδα, ο συνολικός κίνδυνος ξεπερνά το όριο του ενός θανάτου ανά εκατό άτομα. Στους άνδρες που καταναλώνουν 14 ποτά την εβδομάδα, επίπεδο που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε το ανώτατο όριο ορισμένων αμερικανικών διατροφικών οδηγιών, ο εκτιμώμενος κίνδυνος θανάτου που σχετίζεται με το αλκοόλ προσεγγίζει το 4%, δηλαδή έναν θάνατο ανά 25 άτομα.
Η έρευνα επισημαίνει επίσης ότι δεν έχει σημασία μόνο η συνολική ποσότητα, αλλά και ο τρόπος κατανάλωσης. Η συγκέντρωση πολλών ποτών σε μικρό χρονικό διάστημα αυξάνει περαιτέρω τους κινδύνους. Ακόμη και η κατανάλωση περισσότερων από ενός αλκοολούχων ποτών σε μία μόνο περίσταση συνδέεται με σταδιακή αύξηση του κινδύνου για ορισμένους καρκίνους, καρδιαγγειακά προβλήματα και τραυματισμούς.
Τα συμπεράσματα της μελέτης συμβαδίζουν με τη θέση του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος ήδη από το 1988 έχει κατατάξει το αλκοόλ στην Ομάδα 1 των βέβαιων καρκινογόνων παραγόντων για τον άνθρωπο. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει ουσίες και παράγοντες για τους οποίους υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις καρκινογόνου δράσης.
Παράλληλα, οι επιστήμονες ασκούν κριτική στις πρόσφατες αμερικανικές διατροφικές κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες εγκατέλειψαν τα συγκεκριμένα ημερήσια όρια κατανάλωσης και περιορίστηκαν στη γενική σύσταση για «λιγότερο αλκοόλ προς όφελος της υγείας». Κατά την άποψή τους, η απουσία σαφών ποσοτικών ορίων μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση στους πολίτες και να δυσκολέψει την κατανόηση των πραγματικών κινδύνων.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ακόμη ότι ο όρος «ένα ποτό» δεν είναι πάντα ξεκάθαρος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα τυπικό ποτό αντιστοιχεί συνήθως σε περίπου 335 χιλιοστόλιτρα μπύρας, 150 χιλιοστόλιτρα κρασιού ή 45 χιλιοστόλιτρα αποσταγμένου αλκοολούχου ποτού. Η έλλειψη σαφούς αναφοράς στις ποσότητες μπορεί να οδηγήσει πολλούς καταναλωτές σε λανθασμένες εκτιμήσεις σχετικά με την πραγματική πρόσληψη αλκοόλ.
Οι συντάκτες της μελέτης αναγνωρίζουν ότι ο ατομικός κίνδυνος επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως η γενετική προδιάθεση, ο τρόπος ζωής, η ύπαρξη υποκείμενων νοσημάτων και οι συνθήκες κατανάλωσης. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν πλέον τη διατήρηση της αντίληψης ότι υπάρχει απολύτως ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι ότι η σχέση μεταξύ αλκοόλ και υγείας θα πρέπει να επανεξεταστεί υπό το φως των σύγχρονων επιστημονικών δεδομένων. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι δημόσιες πολιτικές υγείας οφείλουν να ενημερώνουν με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι ακόμη και οι μικρές ποσότητες αλκοόλ συνεπάγονται κίνδυνο και ότι η μείωση της κατανάλωσης αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο περιορισμού των βλαβών που σχετίζονται με αυτό.