Η διαισθητική διατροφή, δηλαδή η προσέγγιση που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα εσωτερικά σήματα πείνας και κορεσμού αντί για αυστηρούς κανόνες σχετικά με το τι, πότε και πόσο πρέπει να τρώει κάποιος, φαίνεται να συνδέεται με περισσότερες παραμέτρους υγείας από τη σχέση ενός ανθρώπου με το φαγητό. Νέα μελέτη σε 1.057 ενήλικες στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι τα υψηλότερα επίπεδα διαισθητικής διατροφής συσχετίζονταν με περισσότερη σωματική δραστηριότητα, περισσότερο ύπνο και καλύτερη αυτοαξιολόγηση της υγείας, ενώ συνδέονταν επίσης με χαμηλότερα επίπεδα στρες.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω μέσω διαδικτυακής έρευνας που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2024. Η ομάδα των συμμετεχόντων είχε μέση ηλικία περίπου 36 έτη, ενώ το δείγμα ήταν διαφορετικό ως προς το φύλο, την εθνικότητα και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Περίπου 30% των συμμετεχόντων αντιμετώπιζαν επισιτιστική ανασφάλεια, γεγονός που έδωσε στους ερευνητές τη δυνατότητα να εξετάσουν τη διαισθητική διατροφή σε έναν σχετικά ετερογενή πληθυσμό.
Τι σημαίνει «διαισθητική διατροφή»
Η προσέγγιση δεν σημαίνει απλώς «τρώω ό,τι θέλω». Βασίζεται στην αναγνώριση και αξιοποίηση σημάτων του οργανισμού, όπως η πείνα και ο κορεσμός, ώστε η διατροφή να καθοδηγείται λιγότερο από εξωτερικούς κανόνες. Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε η Intuitive Eating Scale-3, ένα εργαλείο 12 ερωτήσεων που αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ένα άτομο τρώει ανταποκρινόμενο στα σωματικά του σήματα. Η υψηλότερη βαθμολογία στη συγκεκριμένη κλίμακα συνδέθηκε με χαμηλότερο αντιλαμβανόμενο στρες και καλύτερη αξιολόγηση της γενικής υγείας. Η σχέση με το στρες ήταν μάλιστα ισχυρότερη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες, αν και οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν είναι δυνατό να καθοριστεί από τη συγκεκριμένη μελέτη ποια μεταβλητή προηγείται της άλλης. Παράλληλα, τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα διαισθητικής διατροφής εμφάνιζαν περισσότερη σωματική δραστηριότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση με τον ύπνο: κάθε αύξηση κατά μία μονάδα στη βαθμολογία της διαισθητικής διατροφής συνδεόταν με 77% υψηλότερες πιθανότητες να κοιμάται κάποιος τουλάχιστον επτά ώρες τις καθημερινές.
Η μελέτη, ωστόσο, δεν έδειξε ότι η συγκεκριμένη διατροφική προσέγγιση οδηγεί απαραίτητα σε καλύτερη ποιότητα διατροφής. Δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ υψηλότερης διαισθητικής διατροφής και κατανάλωσης τουλάχιστον πέντε μερίδων φρούτων και λαχανικών την ημέρα. Επίσης, δεν εντοπίστηκε σημαντική συσχέτιση με τη χρήση αλκοόλ, κάνναβης ή προϊόντων καπνού και νικοτίνης.
Η σχέση με διαβήτη, υπέρταση και χοληστερόλη
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα αφορούσε τρεις καρδιομεταβολικές παθήσεις. Οι συμμετέχοντες με υψηλότερα επίπεδα διαισθητικής διατροφής είχαν μικρότερες πιθανότητες να αναφέρουν ότι είχαν σήμερα ή στο παρελθόν διαγνωστεί με υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη ή διαβήτη τύπου 2. Συγκεκριμένα, κάθε αύξηση κατά μία μονάδα στη βαθμολογία διαισθητικής διατροφής συνδεόταν με 47% χαμηλότερες πιθανότητες υπέρτασης, 50% χαμηλότερες πιθανότητες υψηλής χοληστερόλης και 43% χαμηλότερες πιθανότητες διαβήτη τύπου 2. Οι συσχετίσεις αυτές παρέμειναν μετά την προσαρμογή των αναλύσεων για ηλικία, φύλο και φυλή ή εθνικότητα.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν, όμως, ότι η διαισθητική διατροφή μειώνει από μόνη της τον κίνδυνο των συγκεκριμένων παθήσεων. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη ήταν συγχρονική, καθώς οι πληροφορίες για τη διατροφή, τον τρόπο ζωής και την κατάσταση υγείας συλλέχθηκαν την ίδια χρονική περίοδο. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν η διαισθητική διατροφή συνέβαλε σε καλύτερη υγεία ή εάν άνθρωποι που είναι ήδη πιο υγιείς, δραστήριοι και λιγότερο στρεσαρισμένοι είναι πιθανότερο να ακολουθούν μια τέτοια προσέγγιση. Επιπλέον, αρκετά στοιχεία βασίστηκαν στις αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων. Οι ερευνητές θεωρούν ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν το ενδιαφέρον για τη διαισθητική διατροφή ως πιθανό πλαίσιο προαγωγής της υγείας, αλλά υπογραμμίζουν την ανάγκη για μακροχρόνιες και παρεμβατικές μελέτες ώστε να διαπιστωθεί εάν η υιοθέτησή της μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε αλλαγές στη σωματική υγεία και στον κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Behavioral Medicine.