Δέκα επιδημικές εξάρσεις δηλητηρίασης από σιγκουατέρα, με συνολικά 40 περιστατικά, καταγράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 2020–2025, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος EuroCigua II. Τρεις νέες επιστημονικές εκθέσεις που δημοσιεύθηκαν από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) το 2026 εξετάζουν τη σιγκουατέρα ως πιθανό αναδυόμενο κίνδυνο, την παρουσία σιγκουατοξινών στα ψάρια, τους ελέγχους εισαγόμενων αλιευμάτων και την περιβαλλοντική παρακολούθηση, με έμφαση στις Κανάριες Νήσους.
Η σιγκουατέρα, διεθνώς γνωστή ως ciguatera fish poisoning, προκαλείται από την κατανάλωση ψαριών που περιέχουν σιγκουατοξίνες, μια ομάδα θαλάσσιων βιοτοξινών. Οι ουσίες αυτές συνδέονται με μικροσκοπικούς θαλάσσιους οργανισμούς, κυρίως δινομαστιγωτά των γενών Gambierdiscus και Fukuyoa. Η δηλητηρίαση μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικά, νευρολογικά και καρδιαγγειακά συμπτώματα. Η παρουσία των τοξινών στα ψάρια αποτελεί αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής διερεύνησης και επιτήρησης σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Χοιρινό κρέας με φάρμακο 3.750% πάνω από το επιτρεπόμενο όριο – Πρόστιμο 17 εκατ. ευρώ στην εταιρεία
Οι σιγκουατοξίνες εισέρχονται στη θαλάσσια τροφική αλυσίδα όταν φυτοφάγα ψάρια καταναλώνουν οργανισμούς που τις παράγουν. Στη συνέχεια μεταφέρονται σε μεγαλύτερα αρπακτικά ψάρια μέσω της διατροφής τους και μπορούν να συσσωρευτούν στους ιστούς τους. Η διαδικασία αυτή εξηγεί την παρουσία τους σε διαφορετικά επίπεδα της τροφικής αλυσίδας και τη συσχέτιση της σιγκουατέρας με την κατανάλωση ορισμένων μεγάλων θηρευτικών ειδών ψαριών.
Το EuroCigua II συγκέντρωσε επιδημιολογικά στοιχεία, αποτελέσματα εργαστηριακών αναλύσεων, δεδομένα περιβαλλοντικής παρακολούθησης και επιστημονικά μοντέλα για την αξιολόγηση της έκθεσης του ανθρώπου στις σιγκουατοξίνες. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε από το 2022 έως τον Μάιο του 2026, με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών επιστημονικών και δημόσιων φορέων.
Η επιδημιολογική έκθεση καταγράφει οκτώ εξάρσεις στην Ισπανία, μία στην Ολλανδία και μία στη Γερμανία. Οι ισπανικές εξάρσεις αφορούσαν 32 περιστατικά, ενώ οι δύο υπόλοιπες συνδέθηκαν με οκτώ περιστατικά συνολικά. Και στις δέκα εξάρσεις, η κατανάλωση των εμπλεκόμενων ψαριών πραγματοποιήθηκε σε κατοικίες. Τρεις ασθενείς χρειάστηκαν νοσηλεία, ενώ σχεδόν οι μισοί καταγεγραμμένοι ασθενείς ανήκαν στην ηλικιακή ομάδα των 45 έως 64 ετών. Οι ερευνητές επισημαίνουν περιορισμούς στην αναγνώριση, διάγνωση και καταγραφή της νόσου, οι οποίοι δυσχεραίνουν την αποτύπωση της πραγματικής συχνότητας των περιστατικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Οι οκτώ εξάρσεις που καταγράφηκαν στην Ισπανία συνδέθηκαν με ψάρια αλιευμένα στην περιοχή των Καναρίων Νήσων. Επτά αφορούσαν αλιεύματα ερασιτεχνικής αλιείας και μία ψάρι που είχε αγοραστεί από τοπικό σούπερ μάρκετ. Τέσσερις εξάρσεις συνδέθηκαν με είδη του γένους Seriola (μαγιάτικα), δύο με είδη του γένους Sphyraena (λούτσοι) και από μία με είδη του γένους Epinephelus (ροφοί) και με το είδος Pomatomus saltatrix (γοφάρι), σύμφωνα με την επιδημιολογική διερεύνηση.
Οι δύο εξάρσεις που συνδέθηκαν με εισαγόμενα ψάρια καταγράφηκαν στην Ολλανδία τον Μάιο του 2020 και στη Γερμανία τον Οκτώβριο του 2025. Και στις δύο περιπτώσεις εμπλέκονταν ψάρια του είδους Lutjanus bohar, (κόκκινος λουτιανός) προερχόμενα από την Ινδία. Στην Ολλανδία καταγράφηκαν πέντε ασθενείς και στη Γερμανία τρεις. Τα συγκεκριμένα προϊόντα είχαν διανεμηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες ιχνηλασιμότητας.
Η παρουσία σιγκουατοξινών στα ευρωπαϊκά ύδατα έχει τεκμηριωθεί κυρίως στις Κανάριες Νήσους και τη Μαδέρα. Αυτόχθονες εξάρσεις είχαν ήδη αναφερθεί από το 2008 στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Το προηγούμενο πρόγραμμα EuroCigua είχε καταγράψει 34 εξάρσεις κατά την περίοδο 2012–2019, από τις οποίες δέκα συνδέονταν με εισαγόμενα ψάρια, σύμφωνα με την έκθεση για τα εισαγόμενα αλιεύματα.
Στις Κανάριες Νήσους, η παρακολούθηση των ψαριών κατέγραψε παρουσία τοξικότητας συμβατής με σιγκουατοξίνες σε διαφορετικά είδη και τροφικά επίπεδα. Τα δεδομένα των επίσημων ελέγχων, που περιλαμβάνουν περισσότερες από 13.000 καταγραφές, δείχνουν αύξηση της συχνότητας θετικών ευρημάτων κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η επιστημονική έκθεση συσχετίζει την παρουσία των τοξινών με το είδος, το μέγεθος των ψαριών και τις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες.
Ιδιαίτερο επιστημονικό αντικείμενο αποτέλεσε και η δυτική Μεσόγειος, όπου οι ερευνητές εξέτασαν πληθυσμούς μικροφυκών του γένους Gambierdiscus στις Βαλεαρίδες Νήσους. Τα αποτελέσματα τεκμηριώνουν σταθερή παρουσία αυτών των οργανισμών και εποχικές μεταβολές στην αφθονία τους. Ωστόσο, στις αναλύσεις ψαριών από τις Βαλεαρίδες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα δεν ανιχνεύθηκαν σιγκουατοξίνες, παρά την παρουσία δυνητικά τοξινογόνων μικροφυκών στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Η περιβαλλοντική παρακολούθηση στις Βαλεαρίδες έδειξε ότι οι πληθυσμοί Gambierdiscus παρουσιάζουν σχετικά προβλέψιμες εποχικές μεταβολές, με αυξημένη αφθονία προς το τέλος του καλοκαιριού. Η θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας και η διαθεσιμότητα φωσφορικών ενώσεων συνδέθηκαν με τις παρατηρούμενες μεταβολές. Οι ερευνητές προσδιόρισαν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο ως περιόδους κατάλληλες για στοχευμένη περιβαλλοντική επιτήρηση στη συγκεκριμένη περιοχή.
Το EuroCigua II εξέτασε επίσης τη σχέση μεταξύ κλιματικών συνθηκών και γεωγραφικής κατανομής της σιγκουατέρας. Τα μοντέλα έδειξαν ότι η θέρμανση των θαλασσών μπορεί να μεταβάλει την εποχικότητα και τη χωρική κατανομή των συνθηκών που σχετίζονται με τον κίνδυνο. Οι προβολές παρουσίασαν διαφορετικές αποκρίσεις μεταξύ περιοχών, ανάλογα με τις τοπικές περιβαλλοντικές παραμέτρους, ενώ οι ερευνητές κατέγραψαν σημαντικές αβεβαιότητες στις σχετικές εκτιμήσεις.
Ξεχωριστή επιστημονική έκθεση αφιερώθηκε στις σιγκουατοξίνες των εισαγόμενων ψαριών. Οι ερευνητές ανέπτυξαν στρατηγική δειγματοληψίας με βάση προηγούμενα περιστατικά, επιστημονικά δεδομένα και κοινοποιήσεις του ευρωπαϊκού Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές, RASFF. Η επιλογή περιέλαβε 24 είδη ψαριών από 17 αλιευτικές περιοχές και δέκα χώρες, με στόχο τον εργαστηριακό έλεγχο προϊόντων που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στα δείγματα που εξετάστηκαν στην Ισπανία δεν ανιχνεύθηκαν σιγκουατοξίνες της Καραϊβικής ή του Ειρηνικού, ενώ αρνητικά ήταν και τα αποτελέσματα των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία. Η ίδια έκθεση καταγράφει και περιστατικά δηλητηρίασης από εισαγόμενα ψάρια, καθώς και προηγούμενες ειδοποιήσεις μέσω του RASFF. Οι ερευνητές εισηγούνται τη συνέχιση της επιτήρησης με κριτήρια επικινδυνότητας, χρησιμοποιώντας πληροφορίες για το είδος του ψαριού, την περιοχή αλίευσης και το ιστορικό σχετικών περιστατικών.
Οι πειραματικές μελέτες εξέτασαν επίσης τη συσσώρευση των τοξινών στους ιστούς των ψαριών. Τα αποτελέσματα έδειξαν δοσοεξαρτώμενη βιοσυσσώρευση, με προτιμησιακή συγκέντρωση στο ήπαρ. Υπό ελεγχόμενες πειραματικές συνθήκες παρατηρήθηκε πλήρης απομάκρυνση των τοξινών από τους εξεταζόμενους οργανισμούς. Τα δεδομένα αυτά αφορούν τις συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες και συμβάλλουν στη μελέτη της μεταφοράς και της παραμονής των σιγκουατοξινών στους θαλάσσιους οργανισμούς.
Παρά τη βελτίωση των αναλυτικών τεχνικών, οι επιστημονικές εκθέσεις καταγράφουν περιορισμένη διαθεσιμότητα πιστοποιημένων υλικών αναφοράς και ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισης των εργαστηριακών μεθόδων. Πρόσθετες δυσκολίες προκύπτουν από τις εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις των τοξινών σε ορισμένα περιβαλλοντικά δείγματα και τη χημική ποικιλομορφία τους. Ένα ακόμη επιστημονικό κενό αφορά τη σχέση μεταξύ της ποσότητας σιγκουατοξινών που περιέχεται στα ψάρια και της εμφάνισης δηλητηρίασης στον άνθρωπο. Μόνο περιορισμένος αριθμός επιδημικών εξάρσεων έχει διερευνηθεί με αξιόπιστα ποσοτικά δεδομένα για τις τοξίνες σε υπολείμματα των εμπλεκόμενων ψαριών. Η έλλειψη επαρκών τοξικολογικών δεδομένων και πληροφοριών για τη σχέση δόσης και απόκρισης περιορίζει την ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κινδύνου.
Οι εκθέσεις επισημαίνουν ότι δεν έχουν θεσπιστεί νομικά καθορισμένα ανώτατα επίπεδα σιγκουατοξινών στα ψάρια. Η ανάπτυξη τέτοιων ποσοτικών ορίων δυσχεραίνεται από τα διαθέσιμα δεδομένα τοξικότητας, ανθρώπινης έκθεσης και αναλυτικού προσδιορισμού. Οι επιστήμονες θεωρούν αναγκαία τη συγκέντρωση περισσότερων δεδομένων από επιβεβαιωμένες δηλητηριάσεις, τη βελτίωση των εργαστηριακών μεθόδων και την περαιτέρω διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συγκέντρωσης τοξινών και επιπτώσεων στην υγεία.
Η επιδημιολογική έκθεση εξετάζει παράλληλα τις αδυναμίες των ευρωπαϊκών συστημάτων αναφοράς. Για την περίοδο 2012–2023, η EFSA είχε λάβει αναφορές για 228 τροφιμογενείς εξάρσεις σιγκουατέρας, αριθμό που περιλαμβάνει διαφορετική γεωγραφική κάλυψη από τα δεδομένα του EuroCigua. Στις αναφορές της EFSA περιλαμβάνονται ενδεχομένως περιστατικά υπερπόντιων περιοχών ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία δεν διαχωρίζονται συστηματικά από τα περιστατικά της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, οι τρεις συγκεκριμένες εκθέσεις δεν παρουσιάζουν τεκμηριωμένα περιστατικά δηλητηρίασης από σιγκουατέρα ή θετικά δείγματα ψαριών από ελληνικές θαλάσσιες περιοχές. Τα μεσογειακά περιβαλλοντικά ευρήματα που αναλύονται αφορούν κυρίως τις Βαλεαρίδες Νήσους. Επομένως, τα διαθέσιμα αποτελέσματα δεν επιτρέπουν εξαγωγή συμπερασμάτων για την παρουσία σιγκουατοξινών στα ελληνικά αλιεύματα ή για τη συχνότητα της συγκεκριμένης δηλητηρίασης στην ελληνική αγορά τροφίμων.
Η συνολική αξιολόγηση του EuroCigua II τεκμηριώνει την παρουσία της σιγκουατέρας σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές περιοχές, την εμπλοκή εισαγόμενων ψαριών σε καταγεγραμμένες εξάρσεις και τη γεωγραφική διαφοροποίηση των περιβαλλοντικών ευρημάτων. Παράλληλα, καταγράφει περιορισμούς στην επιδημιολογική επιτήρηση, στην ποσοτικοποίηση των τοξινών και στην εκτίμηση της ανθρώπινης έκθεσης. Οι τρεις δημοσιεύσεις παρέχουν επιστημονικά δεδομένα για τη συνέχιση των ελέγχων και την ανάπτυξη πληρέστερων μεθόδων αξιολόγησης του κινδύνου.
Πηγές:
- https://efsa.onlinelibrary.wiley.com/doi/10.2903/sp.efsa.2026.EN-10305
- https://efsa.onlinelibrary.wiley.com/doi/10.2903/sp.efsa.2026.EN-10314
- https://efsa.onlinelibrary.wiley.com/doi/10.2903/sp.efsa.2026.EN-10315
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ