Νέα πειραματική μελέτη από το Pennsylvania State University δείχνει ότι η αλλαγή σε ένα χαρακτηριστικό του σνακ επηρεάζει τον ρυθμό κατανάλωσης και τη συνολική πρόσληψη τροφής
Η επιστήμη τροφίμων αποκαλύπτει τη μέθοδο που μπορεί να περιορίσει την ποσότητα που καταναλώνεται σε ένα συνηθισμένο σνακ, χωρίς να απαιτούνται αλλαγές στην ποσότητα ή στη διαθεσιμότητα του φαγητού. Νέα πειραματική μελέτη από το Pennsylvania State University, που δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό διατροφής και συμπεριφοράς τροφίμων, δείχνει ότι μικρές παρεμβάσεις στα χαρακτηριστικά ενός γεύματος επηρεάζουν άμεσα τον ρυθμό κατανάλωσης και τελικά τη συνολική πρόσληψη.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νοθεία στο μέλι: Νέα ανάκληση προϊόντος – Αυξάνονται τα ευρήματα και οι αποσύρσεις στην ευρωπαϊκή αγορά
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Φονικό τυρί: Τρεις νεκροί από υβριδικό E. coli σε μία επιδημία που πέτυχε το αδιανόητο 90% σε ποσοστό επιπλοκών
Στο πείραμα, η παρέμβαση αφορούσε την ένταση της καυτερότητας σε ένα μέρος του σνακ. Οι ερευνητές αύξησαν το επίπεδο καψίματος σε σάλτσα ντομάτας που συνοδευόταν από tortilla chips, διατηρώντας σταθερά όλα τα υπόλοιπα στοιχεία. Όταν η σάλτσα ήταν πιο καυτερή, οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν μικρότερη ποσότητα συνολικά και έτρωγαν πιο αργά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Συναγερμός στη Ζάκυνθο για τρία κρούσματα λεπτοσπείρωσης: Ένας νεκρός και φόβοι για νέα περιστατικά
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ασπιρίνη: Νέα επιστημονικά δεδομένα τη συνδέουν με μείωση κινδύνου καρκίνου και μετάστασης
Συνολικά, η κατανάλωση μειώθηκε κατά περίπου 28%, με τη μεγαλύτερη πτώση να καταγράφεται στη σάλτσα, αλλά και μείωση στα chips, παρότι αυτά δεν τροποποιήθηκαν. Ο ρυθμός κατανάλωσης ήταν χαμηλότερος κατά περίπου 30% στη συνθήκη με αυξημένη καυτερότητα. Η πρόσληψη νερού δεν παρουσίασε ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αλλαγή δεν συνδέεται με αυξημένη δίψα. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 49 ενήλικες με σχεδιασμό crossover, όπου κάθε συμμετέχων κατανάλωσε και τις δύο εκδοχές του ίδιου σνακ σε διαφορετικές συνεδρίες, επιτρέποντας άμεση σύγκριση των αποτελεσμάτων.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η επίδραση σχετίζεται με τον τρόπο που η αίσθηση καψίματος επηρεάζει τη στοματική επεξεργασία της τροφής, αυξάνοντας τον χρόνο ανάμεσα στις μπουκιές. Διευκρινίζεται ότι τα ευρήματα αφορούν βραχυπρόθεσμη κατανάλωση σε ελεγχόμενο περιβάλλον και δεν εξετάζουν τη συνολική ημερήσια πρόσληψη ενέργειας ή πιθανή αντιστάθμιση σε επόμενα γεύματα.