Όταν υπάρχει υψηλή LDL χοληστερόλη, η ανάγνωση του διατροφικού πίνακα μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην επιλογή των τροφίμων. Δεν έχουν όμως όλα τα στοιχεία την ίδια σημασία. Για την καθημερινή διαχείριση της LDL, η προσοχή χρειάζεται να στραφεί κυρίως στα κορεσμένα λιπαρά, ενώ παράλληλα αξίζει να εξετάζονται οι φυτικές ίνες, η ποσότητα που καταναλώνεται και η συνολική διατροφική αξία του προϊόντος. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να διευκρινιστεί στην Ευρώπη, όπου η χοληστερόλη δεν αποτελεί μέρος της υποχρεωτικής διατροφικής δήλωσης στα προσυσκευασμένα τρόφιμα. Ο υποχρεωτικός πίνακας περιλαμβάνει την ενέργεια, τα λιπαρά, τα κορεσμένα λιπαρά, τους υδατάνθρακες, τα σάκχαρα, τις πρωτεΐνες και το αλάτι. Οι φυτικές ίνες μπορούν να αναγράφονται επιπλέον, όπως και ορισμένες άλλες διατροφικές πληροφορίες. Για κάποιον που θέλει να περιορίσει την LDL, ένα από τα πρώτα στοιχεία που αξίζει να εξετάσει στον διατροφικό πίνακα είναι τα κορεσμένα λιπαρά. Η συστηματική ανασκόπηση των Schoeneck και Iggman, η οποία συγκέντρωσε στοιχεία από 37 κατευθυντήριες οδηγίες, 108 συστηματικές ανασκοπήσεις και 20 τυχαιοποιημένες μελέτες, κατέληξε ότι τα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ακόρεστα και χαμηλή σε κορεσμένα και τρανς λιπαρά μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της LDL.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 7 σημάδια ότι τρώτε πραγματικά καλά χωρίς να ακολουθείτε «τέλεια» δίαιτα – Του Νίκου Ζορζοβίλη
Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή ενός προϊόντος δεν χρειάζεται να βασίζεται απλώς στο αν θεωρείται «καλό» ή «κακό» τρόφιμο, αλλά και στη σύγκριση παρόμοιων προϊόντων. Όταν, για παράδειγμα, υπάρχουν δύο αντίστοιχες επιλογές, εκείνη με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά μπορεί να είναι προτιμότερη για ένα άτομο που προσπαθεί να ελέγξει την LDL. Παράλληλα, η ποιότητα των λιπαρών έχει σημασία, καθώς η αντικατάσταση κορεσμένων λιπαρών με ακόρεστα λιπαρά συνδέεται με πιο ευνοϊκό λιπιδαιμικό προφίλ.
Δεν έχει σημασία μόνο τι αφαιρούμε από τη διατροφή, αλλά και τι προσθέτουμε. Η ίδια συστηματική ανασκόπηση βρήκε ισχυρά στοιχεία για τη συμβολή τροφίμων πλούσιων σε διαλυτές φυτικές ίνες, όπως η βρόμη, το κριθάρι και το ψύλλιο, στη μείωση της LDL. Ενδείξεις για μικρότερες μειώσεις υπήρχαν επίσης για τα όσπρια, τους ξηρούς καρπούς και τα τρόφιμα ολικής άλεσης. Γι’ αυτό, όταν η διατροφική δήλωση ενός προϊόντος περιλαμβάνει φυτικές ίνες, η πληροφορία αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη, ιδιαίτερα όταν συγκρίνουμε προϊόντα της ίδιας κατηγορίας. Ένα τρόφιμο που προσφέρει περισσότερες φυτικές ίνες και ταυτόχρονα έχει χαμηλότερη περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά μπορεί να αποτελεί πιο ενδιαφέρουσα επιλογή για μια διατροφή που στοχεύει στη βελτίωση της LDL.
Σημαντικό είναι επίσης να μην παραβλέπεται η ποσότητα που καταναλώνεται. Οι τιμές στον διατροφικό πίνακα αναφέρονται σε συγκεκριμένη ποσότητα του προϊόντος και στην Ευρωπαϊκή Ένωση η διατροφική δήλωση παρουσιάζεται κατά κανόνα ανά 100 γραμμάρια ή 100 ml, ενώ μπορεί να συνοδεύεται και από πληροφορίες ανά μερίδα. Ένα προϊόν που φαίνεται χαμηλό σε κορεσμένα λιπαρά ανά 100 γραμμάρια μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην ημερήσια πρόσληψη όταν καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες.
Το ίδιο ισχύει και για τα τρανς λιπαρά, τα οποία έχουν δυσμενή επίδραση στη χοληστερόλη του αίματος. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει περιορίσει σημαντικά τα βιομηχανικά τρανς λιπαρά στα τρόφιμα, όμως η συνολική ποιότητα των λιπαρών παραμένει σημαντική παράμετρος όταν αξιολογείται ένα προϊόν. Η συστηματική ανασκόπηση των Schoeneck και Iggman βρήκε υψηλής ποιότητας στοιχεία υπέρ της επιλογής τροφίμων με χαμηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα και τρανς λιπαρά και υψηλότερη περιεκτικότητα σε ακόρεστα λιπαρά.
Έτσι, για έναν άνθρωπο με υψηλή LDL, η χρήσιμη πληροφορία δεν βρίσκεται σε έναν μεμονωμένο αριθμό αλλά στον συνδυασμό των στοιχείων του διατροφικού πίνακα. Τα κορεσμένα λιπαρά αποτελούν βασικό σημείο ελέγχου, οι φυτικές ίνες μπορούν να λειτουργήσουν θετικά και η ποσότητα που καταναλώνεται καθορίζει τελικά πόσο από κάθε θρεπτικό συστατικό προσλαμβάνουμε. Η συνολική διατροφή παραμένει καθοριστική, με μεγαλύτερη παρουσία τροφίμων πλούσιων σε ακόρεστα λιπαρά και φυτικές ίνες και περιορισμό των τροφίμων που παρέχουν πολλά κορεσμένα λιπαρά.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nutrition, Metabolism and Cardiovascular Diseases.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Γονιδιοτοξικές και καρκινογόνες ουσίες σε τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά – Τι εντόπισε έρευνα σε 91 δείγματα από μάρκες της αγοράς
- Μπανάνες: Τι συμβαίνει στην αρτηριακή μας πίεση όταν τις καταναλώνουμε τακτικά; – Ο ρόλος του καλίου
- TFA: Το τοξικό χημικό που βρέθηκε στο αίμα όλων των Ευρωπαίων που εξετάστηκαν
- Ανακαλούνται δύο οικογενειακά παγωτά μετά από καταγγελίες (φωτογραφία)