Μια 20ετής ελληνική μελέτη της ATTICA συνδέει την καλύτερη ποιότητα διατροφής με χαμηλότερη πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας. Η έρευνα παρακολούθησε ενήλικες από την Αττική, οι οποίοι κατά την έναρξη δεν είχαν καρδιαγγειακή νόσο, και αξιολόγησε τη σχέση ανάμεσα στις διατροφικές τους συνήθειες και την καρδιακή ανεπάρκεια έως το 2022. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στις 6 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ο καφές μετράει στα 8 ποτήρια νερό της ημέρας; Νέα δεδομένα για την καφεΐνη και την ενυδάτωση
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές της Α΄ Καρδιολογικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Τμήματος Καρδιολογίας του Carol Davila University of Medicine and Pharmacy στο Βουκουρέστι και του Τμήματος Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, και δημοσιεύθηκε σήμερα 6 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εισήγηση προστίμου 5.492 ευρώ σε γνωστό εστιατόριο του Κολωνακίου μετά από καταγγελία
Στην αρχική φάση της ATTICA, το 2001–2002, εντάχθηκαν 3.042 ενήλικες χωρίς καρδιαγγειακή νόσο. Για 2.159 συμμετέχοντες ήταν διαθέσιμη η κατάσταση ως προς την καρδιακή ανεπάρκεια στην 20ετή παρακολούθηση. Συνολικά 241 άνθρωποι εμφάνισαν καρδιακή ανεπάρκεια, ποσοστό 11,2%.
Η ποιότητα της διατροφής μετρήθηκε στην έναρξη με το Global Diet Quality Score, το GDQS, χρησιμοποιώντας επικυρωμένο ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης 156 τροφίμων. Ο δείκτης περιλαμβάνει 25 ομάδες τροφίμων και αποτυπώνει τόσο τρόφιμα που προάγουν την υγεία όσο και λιγότερο ευνοϊκές επιλογές.
Τα αποτελέσματα έδειξαν μεγάλη διαφορά σε βάθος 20 ετών. Στην ομάδα με τη χαμηλότερη ποιότητα διατροφής, περίπου 1 στους 5 συμμετέχοντες (20,7%) εμφάνισε καρδιακή ανεπάρκεια. Στις ομάδες με καλύτερη διατροφή, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πολύ χαμηλότερο: 5,1% στη μεσαία κατηγορία και 6,6% στην υψηλότερη. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διαφορά μεταξύ της ομάδας με τη χειρότερη διατροφή και των δύο ομάδων με καλύτερη διατροφή ήταν στατιστικά σημαντική.
Οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση της διατροφής με την καρδιακή ανεπάρκεια λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το σωματικό βάρος, η εκπαίδευση, η σωματική δραστηριότητα, το κάπνισμα, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και η υψηλή χοληστερόλη. Ακόμη και μετά από αυτές τις προσαρμογές, η καλύτερη συνολική ποιότητα της διατροφής παρέμεινε συνδεδεμένη με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας.
Η ισχυρότερη σχέση καταγράφηκε στην κατανάλωση τροφίμων που θεωρούνται ωφέλιμα για την υγεία. Όσο μεγαλύτερη ήταν η παρουσία αυτών των τροφίμων στη διατροφή, τόσο χαμηλότερη ήταν η πιθανότητα καρδιακής ανεπάρκειας. Αντίθετα, η κατανάλωση των λιγότερο υγιεινών τροφίμων, όταν εξετάστηκε ξεχωριστά, δεν παρουσίασε ανεξάρτητη στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την εμφάνιση της νόσου.
Στις ωφέλιμες διατροφικές επιλογές οι συγγραφείς αναφέρουν φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, όσπρια, ξηρούς καρπούς και ψάρια. Μια διατροφή πλούσια σε αυτά τα τρόφιμα μπορεί, σύμφωνα με τους ερευνητές, να συμβάλει στον καλύτερο έλεγχο της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου, του σωματικού βάρους και των λιπιδίων, καθώς και στη βελτίωση της λειτουργίας των αγγείων και στον περιορισμό της φλεγμονής και του οξειδωτικού στρες.
Στα τελικά συμπεράσματά τους, οι ερευνητές αναφέρουν ότι η υψηλότερη ποιότητα διατροφής κατά την έναρξη της ATTICA, και ιδιαίτερα η μεγαλύτερη κατανάλωση τροφίμων που προάγουν την υγεία, συσχετίστηκε με χαμηλότερες πιθανότητες εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας στη διάρκεια 20 ετών. Σύμφωνα με τους συγγραφείς αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν περαιτέρω διερεύνηση του πιθανού ρόλου της ποιότητας της διατροφής, συμπεριλαμβανομένων των βιολογικών οδών που μπορεί να συνδέουν τα διατροφικά πρότυπα με την καρδιακή λειτουργία. Δεδομένου του σημαντικού και αυξανόμενου πληθυσμιακού φορτίου της καρδιακής ανεπάρκειας, η διευκρίνιση της συμβολής της ποιότητας της διατροφής μπορεί να βοηθήσει στην ενημέρωση κλιμακούμενων στρατηγικών δημόσιας υγείας που στοχεύουν σε τροποποιήσιμες διατροφικές συμπεριφορές.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/18/19/3278
Αναφορά: Χρυσοχόου Χριστίνα, Παναγιώτης Ηλιάκης, Ιωάννα Χριστίνα Ντάχα, Ιωάννης Λεοντσίνης, Κυριακή Μαυρομουστάκου, Ευαγγελία Δαμίγου, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, Χρήστος Πίτσαβος, Κωνσταντίνος Τσιούφης, και Δημοσθένης Β. Παναγιωτάκος. 2026. «Συσχετισμός μεταξύ ποιότητας διατροφής και συχνότητας καρδιακής ανεπάρκειας 20 ετών: Ευρήματα από τη μελέτη κοόρτης ATTICA (2002–2022)»
Nutrients 18, αρ. 19: 3278. https://doi.org/10.3390/nu18193278
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ