Ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται η παχυσαρκία στα παιδιά μπορεί να αλλάξει σημαντικά τα επόμενα χρόνια, καθώς μια μεγάλη διεθνής μελέτη δείχνει ότι ο νέος ορισμός της κλινικής παχυσαρκίας κατατάσσει πολύ λιγότερα παιδιά και εφήβους σε αυτή την κατηγορία σε σύγκριση με τα σημερινά όρια που βασίζονται στον δείκτη μάζας σώματος, γνωστό ως ΔΜΣ. Η μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 786.557 άνθρωποι από επτά χώρες, είναι η πρώτη που εξετάζει την παρουσία κλινικής παχυσαρκίας σε όλο το φάσμα της ζωής, από την πρώιμη παιδική ηλικία έως την τρίτη ηλικία.
Οι ερευνητές του Murdoch Children’s Research Institute αξιολόγησαν τα δεδομένα με βάση τον ορισμό που πρότεινε η Επιτροπή του Lancet για την κλινική παχυσαρκία. Η προσέγγιση αυτή δεν θεωρεί αρκετό το αυξημένο βάρος σε σχέση με το ύψος. Απαιτεί να εξετάζεται αν υπάρχει υπερβολικό σωματικό λίπος που συνοδεύεται από αντικειμενικές ενδείξεις προβλημάτων στη λειτουργία οργάνων ή ιστών ή από σημαντικούς περιορισμούς στις καθημερινές δραστηριότητες εξαιτίας του αυξημένου λίπους. Ο ΔΜΣ παραμένει χρήσιμος για την επιτήρηση της παχυσαρκίας σε επίπεδο πληθυσμού και ως εργαλείο αρχικού ελέγχου, αλλά η Επιτροπή του Lancet έχει επισημάνει ότι δεν μπορεί από μόνος του να αποτυπώσει την κατάσταση υγείας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 7 σημάδια ότι τρώτε πραγματικά καλά χωρίς να ακολουθείτε «τέλεια» δίαιτα – Του Νίκου Ζορζοβίλη
Πολύ λιγότερα παιδιά πληρούν τα κριτήρια της κλινικής παχυσαρκίας
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα έντονη στις μικρότερες ηλικίες. Στα δεδομένα της νέας μελέτης, η κλινική παχυσαρκία αφορούσε περίπου 2,1% έως 4,9% των παιδιών και εφήβων, όταν με τα όρια του ΔΜΣ το ποσοστό των παιδιών που χαρακτηρίζονταν παχύσαρκα κυμαινόταν από 7% έως 10,8%. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή του νέου ορισμού δεν αντιμετωπίζει όλα τα παιδιά με αυξημένο ΔΜΣ ως παιδιά που πάσχουν ήδη από κλινική παχυσαρκία. Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την παιδική ηλικία, επειδή ο ΔΜΣ δεν παρέχει πληροφορίες για το πού βρίσκεται το λίπος στο σώμα, ούτε για το αν έχει ήδη επηρεάσει τη λειτουργία κάποιου οργάνου ή την καθημερινότητα του παιδιού. Η ίδια η Επιτροπή του Lancet έχει προτείνει ότι η παρουσία υπερβολικού σωματικού λίπους θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να επιβεβαιώνεται με άμεση μέτρηση του σωματικού λίπους ή με ανθρωπομετρικά κριτήρια πέρα από τον ΔΜΣ, όπως η περίμετρος μέσης, ο λόγος μέσης προς ισχία ή ο λόγος μέσης προς ύψος.
Η νέα προσέγγιση δεν σημαίνει ότι τα παιδιά με αυξημένο ΔΜΣ δεν χρειάζονται παρακολούθηση. Αντίθετα, η Επιτροπή διακρίνει την προκλινική παχυσαρκία από την κλινική παχυσαρκία. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει υπερβολικό σωματικό λίπος, αλλά δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη ενδείξεις δυσλειτουργίας οργάνων ή σημαντικοί περιορισμοί στην καθημερινότητα. Τα παιδιά αυτά θεωρούνται ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μελλοντικών προβλημάτων υγείας και χρειάζονται παρακολούθηση και κατάλληλη συμβουλευτική, χωρίς να αντιμετωπίζονται απαραίτητα σαν να έχουν ήδη εγκατεστημένη νόσο.
Η εικόνα αλλάζει όσο αυξάνεται η ηλικία
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η διαφορά μεταξύ των δύο ορισμών δεν παραμένει ίδια σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η κλινική παχυσαρκία ήταν λιγότερο συχνή από την παχυσαρκία που ορίζεται με τον ΔΜΣ στην παιδική ηλικία και στην πρώιμη ενήλικη ζωή, αλλά αυξανόταν σταδιακά με την ηλικία. Στη συγκεκριμένη ανάλυση έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο στις ηλικίες 75 έως 84 ετών, περίπου στο 52,3%, ενώ η προκλινική παχυσαρκία κορυφωνόταν νωρίτερα, στις ηλικίες 35 έως 44 ετών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η κλινική παχυσαρκία ήταν συχνότερη στους άνδρες από την πρώιμη ενήλικη ζωή έως τις ηλικίες 65 έως 74 ετών, ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες τα ποσοστά ήταν υψηλότερα στις γυναίκες. Τα ευρήματα δείχνουν έτσι ότι ο ΔΜΣ και η κλινική παχυσαρκία δεν ακολουθούν την ίδια επιδημιολογική πορεία και ότι η ηλικία και το φύλο επηρεάζουν σημαντικά την εικόνα. Για την παιδική ηλικία, η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί αποφασίζουν πότε χρειάζεται θεραπευτική παρέμβαση και ποια μορφή θα πρέπει να έχει. Όπως επισημαίνει η ερευνητική ομάδα, η διάκριση μεταξύ αυξημένου σωματικού λίπους και κλινικά εκδηλωμένης παχυσαρκίας θα μπορούσε να επηρεάσει στο μέλλον ακόμη και αποφάσεις σχετικά με φαρμακευτική αντιμετώπιση, διατροφικές συστάσεις και την παρακολούθηση των παιδιών.
Οι ίδιοι οι ερευνητές, ωστόσο, επισημαίνουν έναν σημαντικό περιορισμό. Κανένα από τα διαθέσιμα σύνολα δεδομένων δεν περιείχε πλήρεις πληροφορίες για όλα τα διαγνωστικά κριτήρια που προβλέπει ο νέος ορισμός του Lancet. Για τον λόγο αυτό χρειάζονται μελλοντικές, μακροχρόνιες μελέτες ώστε να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσα παιδιά και ενήλικες πληρούν πραγματικά τα κριτήρια της κλινικής παχυσαρκίας.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό eClinicalMedicine.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Γονιδιοτοξικές και καρκινογόνες ουσίες σε τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά – Τι εντόπισε έρευνα σε 91 δείγματα από μάρκες της αγοράς
- Μπανάνες: Τι συμβαίνει στην αρτηριακή μας πίεση όταν τις καταναλώνουμε τακτικά; – Ο ρόλος του καλίου
- TFA: Το τοξικό χημικό που βρέθηκε στο αίμα όλων των Ευρωπαίων που εξετάστηκαν
- Ανακαλούνται δύο οικογενειακά παγωτά μετά από καταγγελίες (φωτογραφία)