Έλληνες επιστήμονες αποκαλύπτουν τι συμβαίνει στο σώμα των παιδιών και των εφήβων όταν δεν τρώνε πρωινό
Από τα αρχαία χρόνια, το πρωινό θεωρούνταν θεμελιώδες γεύμα για τη σωματική και πνευματική απόδοση. Στην Αρχαία Ελλάδα, οι πολίτες συνήθιζαν να ξεκινούν τη μέρα τους με «ἀκρατισμόν», δηλαδή ψωμί βουτηγμένο σε κρασί ή λάδι, πριν από την πρωινή άσκηση ή τις εργασίες. Οι Ρωμαίοι, με το «jentaculum», κατανάλωναν ψωμί, τυρί, φρούτα ή μικρές ποσότητες κρασιού, αν και στις ανώτερες τάξεις το πρωινό συχνά παραλειπόταν. Κατά τον Μεσαίωνα, η χριστιανική νηστεία μετέτρεψε το πρωινό σε λιτό γεύμα, ενώ στη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα η ανάγκη για ενέργεια το επανέφερε δυναμικά στη διατροφή των εργαζομένων.
Από τότε, η κατανάλωση πρωινού συνδέθηκε επιστημονικά με την απόδοση, τη συγκέντρωση και την καλή υγεία, μετατρεπόμενη σε δείκτη ισορροπημένου τρόπου ζωής. Αυτή η ιστορική συνέχεια καθιστά εύλογο το σύγχρονο επιστημονικό ενδιαφέρον για το πώς το πρωινό επηρεάζει τον ανθρώπινο μεταβολισμό, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη ελληνική μελέτη που εξετάζει τη σχέση του με την ινσουλινοαντίσταση σε παιδιά και εφήβους.
Νέα ελληνική μελέτη, δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients, ερεύνησε τη σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση πρωινού και την αντίσταση στην ινσουλίνη σε μεγάλο δείγμα παιδιών και εφήβων με υπέρβαρο ή παχυσαρκία στην Ελλάδα. Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 1.291 παιδιά ηλικίας 2–18 ετών, στόχευσε στην ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η αποφυγή του πρωινού επηρεάζει τον γλυκαιμικό έλεγχο και τους μεταβολικούς δείκτες.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε μέσω συνεργασίας του Εργαστηρίου Κλινικής Διατροφής και Διαιτολογίας του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στα Τρίκαλα, του Τμήματος Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία» της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και του Τμήματος Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού του Κέντρου Κλινικής, Πειραματικής Χειρουργικής και Μεταφραστικής Έρευνας του Ιδρύματος Βιοϊατρικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών. Η επιστημονική ομάδα ακολούθησε αυστηρά ερευνητικά πρωτόκολλα, βασισμένα στη Διακήρυξη του Ελσίνκι, εξασφαλίζοντας την αξιοπιστία των δεδομένων.
Στα αρχικά ευρήματα της μελέτης είναι πως το 37,3% των παιδιών και εφήβων του δείγματος παρέλειπε το καθημερινό πρωινό, ενώ το 62,7% κατανάλωνε πρωινό κάθε μέρα. Η ανάλυση έδειξε επίσης διαφορές ανά φύλο, καθώς το 40,5% των κοριτσιών δεν έτρωγαν πρωινό, σε αντίθεση με το 33,9% των αγοριών που το παρέλειπαν. Η συχνότητα παράλειψης αυξανόταν σημαντικά με την ηλικία, ιδιαίτερα στα κορίτσια. Στις ηλικίες 2–5 ετών, το 27% των κοριτσιών δεν έτρωγαν πρωινό, στις ηλικίες 6–12 ετών το ποσοστό ανέβηκε σε 39,1%, ενώ στις ηλικίες 13–18 ετών έφτασε το 53,5%.
Η έρευνα περιέλαβε παιδιά με διάγνωση υπέρβαρου ή παχυσαρκίας, αποκλείοντας όσα έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω ερωτηματολογίων που απάντησαν οι γονείς, καλύπτοντας κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, διατροφικές συνήθειες, σωματική δραστηριότητα και ιατρικό ιστορικό. Η αξιολόγηση της κατανάλωσης πρωινού έγινε με επικυρωμένο ερωτηματολόγιο συχνότητας τροφίμων, προσαρμοσμένο για τον ελληνικό πληθυσμό. Οι συμμετέχοντες χαρακτηρίστηκαν ως «καταναλωτές καθημερινού πρωινού» ή «παραλείποντες» με βάση τη συχνότητα κατανάλωσης.
Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε σαφή σύνδεση ανάμεσα στην παράλειψη πρωινού και την αύξηση των τιμών του δείκτη HOMA-IR, γεγονός που υποδηλώνει υψηλότερα επίπεδα ινσουλινοαντίστασης. Η συσχέτιση αυτή παρέμεινε σημαντική μετά την προσαρμογή για τους υπόλοιπους παράγοντες, κυρίως στην υποομάδα των παιδιών και εφήβων με παχυσαρκία. Δηλαδή, η μη κατανάλωση πρωινού συνδέθηκε με δυσλειτουργία στη ρύθμιση της γλυκόζης, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία ή τη φυσική δραστηριότητα. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η σωματική αδράνεια και η αστικοποίηση ενισχύουν αυτή την τάση. Το γεγονός ότι το 23,5% των συμμετεχόντων δεν συμμετείχε σε καμία μορφή άσκησης συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης.
Τα δεδομένα ευθυγραμμίζονται με προηγούμενες ευρωπαϊκές μελέτες, όπως το πρόγραμμα ENERGY, που είχε δείξει υψηλά ποσοστά παράλειψης πρωινού στα ελληνόπουλα. Οι ερευνητές επισημαίνουν πως τα κορίτσια είναι πιο επιρρεπή σε τέτοιες συμπεριφορές, πιθανώς λόγω κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων, όπως η πίεση για διατήρηση χαμηλού βάρους. Η εφηβεία φαίνεται να αποτελεί κρίσιμη περίοδο μεταβολής των διατροφικών συνηθειών.
Προηγούμενες διεθνείς μελέτες έχουν δείξει ότι η τακτική κατανάλωση πρωινού σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης και καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, ενώ η παράλειψή του συνδέεται με αύξηση του σωματικού βάρους και των καρδιομεταβολικών κινδύνων. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν καταγραφεί στην Αυστραλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα ευρήματα ενισχύουν την ιδέα ότι η τακτική λήψη πρωινού βοηθά στη σταθεροποίηση των επιπέδων σακχάρου και στη ρύθμιση της ενεργειακής πρόσληψης κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η σχέση ανάμεσα στο πρωινό και τη μεταβολική υγεία είναι πολυπαραγοντική. Το πρωινό πλούσιο σε φυτικές ίνες και πρωτεΐνη συμβάλλει σε καλύτερη ινσουλινική ευαισθησία και μειώνει την ημερήσια ενεργειακή πρόσληψη. Αντίθετα, η αποφυγή του μπορεί να προκαλέσει μεταγενέστερη υπερφαγία και διαταραχή του κιρκαδικού ρυθμού, οδηγώντας σε μεταβολικές δυσλειτουργίες.
Η μελέτη καταλήγει πως η προώθηση της καθημερινής κατανάλωσης πρωινού θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο πρόληψης για την παιδική παχυσαρκία και τη μεταβολική ανισορροπία. Προτείνεται η ανάπτυξη εκπαιδευτικών και κοινοτικών παρεμβάσεων, προσαρμοσμένων κατά φύλο και ηλικία, με τη συμμετοχή σχολείων, οικογενειών και επαγγελματιών υγείας.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2072-6643/17/21/3457
Αναφορά: Androutsos, Odysseas, Maria Manou, Ioanna Panagiota Kalafati, Michail Kipouros, Alexandra Georgiou, and Evangelia Charmandari. 2025. “Breakfast Consumption and Its Association with Insulin Resistance in a Large-Scale Cohort of Children and Adolescents with Overweight/Obesity in Greece” Nutrients 17, no. 21: 3457. https://doi.org/10.3390/nu17213457
