Μελέτη δείχνει ότι ο θερμιδικός περιορισμός παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας
Η διαλειμματική νηστεία έχει τα τελευταία χρόνια αναδειχθεί σε μία από τις πιο δημοφιλείς διατροφικές προσεγγίσεις για την απώλεια βάρους. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Cochrane Database of Systematic Reviews, δείχνουν ότι η μέθοδος αυτή δεν φαίνεται να προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των παραδοσιακών διαιτών θερμιδικού περιορισμού σε ενήλικες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία. Η διαλειμματική νηστεία βασίζεται στην εναλλαγή περιόδων κανονικής λήψης τροφής με περιόδους αποχής από το φαγητό. Τα πιο διαδεδομένα μοντέλα περιλαμβάνουν το σχήμα 16 προς 8, δηλαδή 16 ώρες νηστείας και 8 ώρες κατανάλωσης τροφής μέσα στην ημέρα, καθώς και την εναλλασσόμενη νηστεία ημερών. Η θεωρητική της βάση συνδέεται με τη μείωση της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης και με πιθανές μεταβολικές προσαρμογές που επηρεάζουν την καύση λίπους και τη ρύθμιση της ινσουλίνης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της πρόσφατης μελέτης, όταν η διαλειμματική νηστεία συγκρίθηκε με ένα κλασικό μοντέλο καθημερινού θερμιδικού περιορισμού, η απώλεια σωματικού βάρους ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων μετά από παρακολούθηση διάρκειας έως και 12 μηνών. Οι συμμετέχοντες που ακολούθησαν τα διαφορετικά διατροφικά σχήματα παρουσίασαν συγκρίσιμη μείωση βάρους, χωρίς στατιστικά σημαντικές αποκλίσεις. Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε ότι ο καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση του σωματικού βάρους ήταν το συνολικό ενεργειακό έλλειμμα και όχι το χρονικό μοτίβο κατανάλωσης των γευμάτων. Με άλλα λόγια, η μείωση των θερμίδων φαίνεται να αποτελεί τον κεντρικό μηχανισμό απώλειας βάρους, ανεξαρτήτως του αν επιτυγχάνεται μέσω διαλειμματικής νηστείας ή μέσω καθημερινού περιορισμού θερμίδων. Παράλληλα, οι μεταβολικοί δείκτες που αξιολογήθηκαν, όπως τα επίπεδα γλυκόζης αίματος και τα λιπίδια, δεν παρουσίασαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο προσεγγίσεων. Η ρύθμιση του σακχάρου και οι μεταβολές στο λιπιδαιμικό προφίλ ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία και στις δύο ομάδες, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η δομή της νηστείας δεν προσφέρει επιπλέον μεταβολικό όφελος πέραν του θερμιδικού περιορισμού.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι, αν και η διαλειμματική νηστεία μπορεί να είναι λειτουργική για ορισμένους ανθρώπους λόγω της απλότητας των κανόνων της, η μακροχρόνια επιτυχία κάθε διατροφικού σχήματος εξαρτάται κυρίως από τη συνέπεια και τη συμμόρφωση. Η δυνατότητα ενός ατόμου να διατηρήσει ένα πρόγραμμα σε βάθος χρόνου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της απώλειας βάρους.
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύεται είναι ότι η ποιότητα της διατροφής παραμένει θεμελιώδης. Η σύνθεση των γευμάτων, η επάρκεια πρωτεΐνης, φυτικών ινών και μικροθρεπτικών συστατικών, καθώς και ο περιορισμός υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, επηρεάζουν ουσιαστικά τα αποτελέσματα, ανεξάρτητα από το μοντέλο κατανομής των γευμάτων μέσα στην ημέρα. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για άτομα με υπέρβαρο ή παχυσαρκία, η διαλειμματική νηστεία δεν υπερτερεί της συμβατικής δίαιτας θερμιδικού περιορισμού ως προς την απώλεια βάρους ή τη βελτίωση βασικών μεταβολικών δεικτών σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Το εύρημα αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ερευνών που δείχνουν ότι το ενεργειακό ισοζύγιο εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό ρυθμιστικό μηχανισμό μεταβολής του σωματικού βάρους.