Νέο είδος γάλακτος με προβιοτικά δείχνει να βοηθά στον έλεγχο του διαβήτη τύπου 2
Ο διαβήτης τύπου 2 είναι μια από τις πιο διαδεδομένες χρόνιες παθήσεις παγκοσμίως, επηρεάζοντας περίπου το 90% όσων ζουν με τη νόσο. Η υγιεινή διατροφή αποτελεί βασικό εργαλείο πρόληψης και διαχείρισης, και γι’ αυτό η επιστημονική κοινότητα εξετάζει όλο και περισσότερο τρόφιμα με λειτουργικές ιδιότητες που μπορούν να συμβάλουν στη ρύθμιση του σακχάρου.
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Foods, επικεντρώθηκε στο γάλα καμήλας σε μορφή σκόνης, εμπλουτισμένο με το προβιοτικό στέλεχος Bifidobacterium animalis A6 (BBA6). Το συγκεκριμένο προϊόν δοκιμάστηκε σε 28 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι το κατανάλωναν δύο φορές την ημέρα για τέσσερις εβδομάδες. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική μείωση του σακχάρου νηστείας, της χοληστερόλης και δεικτών φλεγμονής. Υπενθυμίζεται επιπλέον ότι και άλλη έρευνα από το Πανεπιστήμιο Edith Cowan (ECU) διαπίστωσε ότι το γάλα καμήλας περιείχε περισσότερα φυσικά βιοενεργά πεπτίδια σε σύγκριση με το αντίστοιχο του βοείου, που μπορούν να έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες και αντιυπερτασικές ιδιότητες.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι το προβιοτικό γάλα καμήλας βελτίωσε τη λειτουργία των μυών και επηρέασε ορμόνες που σχετίζονται με τον κορεσμό και την πείνα. Ειδικά σε σχέση με το απλό γάλα καμήλας σε σκόνη, η ενισχυμένη μορφή με προβιοτικά φάνηκε να έχει πιο έντονη θετική δράση. Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν η επίδραση στη μικροχλωρίδα του εντέρου. Η κατανάλωση του εμπλουτισμένου γάλακτος οδήγησε σε αύξηση των ωφέλιμων βακτηρίων, όπως τα Bifidobacteria, κάτι που θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη ρύθμιση του σακχάρου και τη μείωση της φλεγμονής. Ταυτόχρονα, εντοπίστηκαν αλλαγές σε συγκεκριμένους μεταβολίτες που συνδέονται με καλύτερη μεταβολική ισορροπία.
Το γάλα καμήλας, παραδοσιακό σε περιοχές της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, είχε ήδη συνδεθεί σε παλαιότερες μελέτες με αντιδιαβητική δράση. Ωστόσο, μέχρι σήμερα οι περισσότερες κλινικές δοκιμές αφορούσαν μόνο φρέσκο γάλα, που είναι δύσκολο να διατεθεί εκτός των περιοχών παραγωγής του. Η νέα αυτή προσέγγιση με σκόνη γάλακτος εμπλουτισμένη με προβιοτικά προσφέρει μια πρακτική λύση που μπορεί να αξιοποιηθεί ευρύτερα.
Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι η μελέτη είχε περιορισμούς, κυρίως λόγω του μικρού αριθμού συμμετεχόντων και της διάρκειας της δοκιμής. Ωστόσο, τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και δείχνουν ότι το προβιοτικό γάλα καμήλας μπορεί να εξελιχθεί σε ένα χρήσιμο διατροφικό εργαλείο για την πρόληψη και τον έλεγχο του διαβήτη τύπου 2. Η επιστημονική ομάδα τονίζει ότι χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα. Παρ’ όλα αυτά, το μήνυμα είναι σαφές: η καινοτόμα αξιοποίηση παραδοσιακών τροφίμων, όπως το γάλα καμήλας, μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στη διατροφή και την υγεία, προσφέροντας εναλλακτικές λύσεις για ένα πρόβλημα που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους.
Σύμφωνα με προηγούμενες έρευνες κατά τη σύγκριση των γαλακτοκομικών ροφημάτων, το αγελαδινό γάλα περιέχει συνήθως από 85% έως 87% νερό, με 3,8% έως 5,5% λιπαρά, 2,9% έως 3,5% πρωτεΐνες και 4,6% λακτόζη. Αντίθετα, το γάλα καμήλας αποτελείται από 87% έως 90% νερό. Η περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνη κυμαίνεται από 2,15% έως 4,90%, το λίπος κυμαίνεται από 1,2% έως 4,5%, και τα επίπεδα λακτόζης είναι μεταξύ 3,5% και 4,5%. Όπως φαίνεται λοιπόν η αυξανόμενη η ζήτηση γάλακτος καμήλας, δεν είναι μόνο επειδή δεν περιέχει λακτόζη και είναι ιδανική λύση για όσους έχουν αλλεργία στο αγελαδινό γάλα, αλλά έχει και πολλαπλά οφέλη για την υγεία μας.