Η απώλεια βάρους που συνδέεται με το orforglipron φαίνεται να παραμένει σε παρόμοια επίπεδα στις γυναίκες ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την εμμηνόπαυση, σύμφωνα με νέα ανάλυση δεδομένων από δύο μελέτες Φάσης 3. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στην ετήσια συνάντηση της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη Μελέτη του Διαβήτη (EASD), που πραγματοποιείται στο Μιλάνο από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 2 Οκτωβρίου.
Το orforglipron είναι ένας από του στόματος αγωνιστής του υποδοχέα του GLP-1, μικρό μόριο που δεν αποτελεί πεπτίδιο και χορηγείται μία φορά την ημέρα. Στις ΗΠΑ έχει εγκριθεί με την εμπορική ονομασία Foundayo για τη μακροχρόνια διαχείριση του σωματικού βάρους, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο εγκρίθηκε τον Αύγουστο του 2026 για τη διαχείριση του βάρους και τον διαβήτη τύπου 2. Μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας χωρίς περιορισμούς σχετικά με το φαγητό ή το νερό.
Έως 14% απώλεια βάρους
Η νέα ανάλυση περιέλαβε γυναίκες με παχυσαρκία ή υπέρβαρο και τουλάχιστον μία πάθηση που σχετίζεται με το αυξημένο βάρος. Οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες, πριν από την εμμηνόπαυση, στην περιεμμηνόπαυση και μετά την εμμηνόπαυση, και αξιολογήθηκαν έπειτα από 72 εβδομάδες θεραπείας. Ο αριθμός των γυναικών σε κάθε κατηγορία που έλαβε orforglipron ή εικονικό φάρμακο κυμάνθηκε από 142 έως 225 στην ανάλυση που παρουσιάζεται στην EASD.
Στη μελέτη ATTAIN-1, στην οποία συμμετείχαν γυναίκες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία χωρίς διαβήτη τύπου 2, η υψηλότερη δόση των 17,2 mg συνδέθηκε με μέση απώλεια σωματικού βάρους 12,8% στις γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση, 14,4% στην περιεμμηνόπαυση και 14,1% μετά την εμμηνόπαυση. Σε απόλυτους αριθμούς, οι αντίστοιχες απώλειες ήταν περίπου 12,7, 13,8 και 12,8 κιλά.
Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε και στην ATTAIN-2, όπου οι γυναίκες είχαν επίσης διαβήτη τύπου 2. Στην υψηλότερη δόση, η μέση απώλεια ήταν 11,3% πριν από την εμμηνόπαυση, 8,9% στην περιεμμηνόπαυση και 13,6% μετά την εμμηνόπαυση. Ωστόσο, η ομάδα των γυναικών πριν από την εμμηνόπαυση στην ATTAIN-2 ήταν πολύ μικρή, μόλις 10 άτομα, έναντι 33 στην περιεμμηνόπαυση και 109 μετά την εμμηνόπαυση, γεγονός που χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία των συγκεκριμένων ποσοστών.
Μείωση και στην περίμετρο της μέσης
Η επίδραση δεν περιορίστηκε στο συνολικό βάρος. Στις γυναίκες που έλαβαν την υψηλότερη δόση, η περίμετρος της μέσης μειώθηκε έως και 12,5 εκατοστά στην ATTAIN-1 και έως 11 εκατοστά στην ATTAIN-2. Παράλληλα, έως και 83% των γυναικών που έλαβαν orforglipron πέτυχαν απώλεια τουλάχιστον 5% του αρχικού σωματικού βάρους, έναντι έως 30% με εικονικό φάρμακο. Στην ATTAIN-1, το 80,3% των γυναικών πριν από την εμμηνόπαυση, το 80,9% στην περιεμμηνόπαυση και το 82,7% μετά την εμμηνόπαυση έχασαν τουλάχιστον 5% του αρχικού βάρους. Απώλεια τουλάχιστον 10% καταγράφηκε αντίστοιχα στο 61,5%, 64,2% και 64,1%, ενώ απώλεια τουλάχιστον 15% στο 40,9%, 51,5% και 45,4%.
Τα στοιχεία έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η εμμηνόπαυση συνοδεύεται από ορμονικές μεταβολές που μπορούν να επηρεάσουν την κατανομή του λίπους και το σωματικό βάρος. Η συγκεκριμένη ανάλυση επιχειρεί να εξετάσει αν αυτές οι αλλαγές διαφοροποιούν την ανταπόκριση σε ένα φάρμακο που δρα στο σύστημα GLP-1. Ωστόσο, πρόκειται για εκ των υστέρων ανάλυση δεδομένων δύο κλινικών δοκιμών και όχι για μελέτη που σχεδιάστηκε εξαρχής αποκλειστικά για τη σύγκριση των τριών σταδίων της εμμηνόπαυσης.
Οι αρχικές ATTAIN-1 και ATTAIN-2 ήταν τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές μελέτες Φάσης 3 διάρκειας 72 εβδομάδων. Η ATTAIN-1 περιέλαβε 3.127 συμμετέχοντες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία χωρίς διαβήτη, ενώ η ATTAIN-2 περισσότερους από 1.600 ενήλικες με υπέρβαρο ή παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2. Τα δεδομένα της νέας ανάλυσης προέρχονται από τον κατασκευαστή του φαρμάκου, την Eli Lilly, και παρουσιάζονται σε επιστημονικό συνέδριο, επομένως δεν αποτελούν ακόμη δημοσιευμένη ανεξάρτητη μελέτη σε επιστημονικό περιοδικό.