Περισσότερες από 21.000 υπερ- και πολυφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες, γνωστές ως PFAS, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο πεδίο για την αξιολόγηση κινδύνου, καθώς παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και αποδομούνται δύσκολα. Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Αξιολόγησης Κινδύνου (BfR) επισημαίνει ότι τα PFAS ανιχνεύονται ήδη στο περιβάλλον, στην τροφική αλυσίδα και στο ανθρώπινο αίμα, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζονται σήμερα εκτεταμένοι περιορισμοί στη χρήση τους.
Η παρουσία των PFAS στο περιβάλλον, στην τροφική αλυσίδα και στον ανθρώπινο οργανισμό συνδυάζεται με σημαντικά κενά στην επιστημονική γνώση. Αυτό είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα που προέκυψαν από τη διεθνή διάσκεψη του BfR στο Βερολίνο, στην οποία συμμετείχαν περίπου 200 επιστήμονες και ειδικοί από 18 χώρες. Οι συμμετέχοντες ζητούν συστηματικότερη συλλογή δεδομένων για την ανθρώπινη έκθεση και την τοξικότητα, ώστε να μειωθούν οι αβεβαιότητες στην αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία.
Το μέγεθος της οικογένειας των PFAS καθιστά πρακτικά δύσκολη την ισότιμη διερεύνηση όλων των ουσιών. Μία από τις πέντε κεντρικές συστάσεις της διάσκεψης είναι η δημιουργία αντικειμενικών κριτηρίων για την ιεράρχηση συγκεκριμένων PFAS. Μεταξύ των κριτηρίων που προτείνονται περιλαμβάνονται ο όγκος παραγωγής και η ανθρώπινη έκθεση, ώστε η ερευνητική προσπάθεια να κατευθύνεται στις ουσίες που θεωρούνται προτεραιότητα για περαιτέρω αξιολόγηση.
Πρόβλημα εντοπίζεται και στις δυνατότητες ανίχνευσης και μέτρησης. Οι επιστήμονες ζητούν περαιτέρω ανάπτυξη ευαίσθητων αναλυτικών μεθόδων, καθώς και νέες προσεγγίσεις για την ταυτοποίηση και ποσοτικοποίηση των PFAS. Η ανάγκη βελτίωσης των εργαστηριακών εργαλείων συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων, αφού η ακριβέστερη μέτρηση της παρουσίας των ουσιών αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για περισσότερο αξιόπιστες εκτιμήσεις της ανθρώπινης έκθεσης σε αυτές.
Οι αβεβαιότητες δεν περιορίζονται στις μετρήσεις. Το BfR αναφέρει ότι η ενίσχυση της βάσης δεδομένων και η βελτίωση των αναλυτικών μεθόδων μπορούν να οδηγήσουν σε πιο ισχυρές αξιολογήσεις κινδύνου. Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει το εύρος της σημερινής επιστημονικής πρόκλησης: για μια οικογένεια χιλιάδων επίμονων χημικών ουσιών, τα στοιχεία για έκθεση και τοξικότητα χρειάζονται ακόμη συστηματική συμπλήρωση, καλύτερη ενοποίηση και περαιτέρω επιστημονική επεξεργασία.
Τα ζητήματα αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο διεθνούς διάσκεψης που διοργάνωσε το BfR στο Βερολίνο τον Οκτώβριο του 2025. Περίπου 200 επιστήμονες και ειδικοί από 18 χώρες συζήτησαν τις κύριες προκλήσεις και τις μελλοντικές κατευθύνσεις της αξιολόγησης των επιπτώσεων των PFAS στην υγεία. Τα ευρήματα και οι συστάσεις που προέκυψαν από τη συνάντηση δημοσιεύθηκαν στη συνέχεια στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Archives of Toxicology».
Η έρευνα για τις PFAS έχει ενταθεί διεθνώς μετά τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) το 2020. Η νέα επιστημονική συζήτηση επικεντρώνεται πλέον στη βελτίωση της τεκμηρίωσης που απαιτείται για την προστασία των καταναλωτών. Το BfR θεωρεί ότι η πληρέστερη γνώση για έκθεση και τοξικότητα μπορεί να μειώσει τις αβεβαιότητες και να υποστηρίξει αποτελεσματικότερες αποφάσεις προστασίας της δημόσιας υγείας.
Στις προτεραιότητες περιλαμβάνεται επίσης η δημιουργία κοινών υποδομών δεδομένων και η ενίσχυση της ανταλλαγής επιστημονικής γνώσης μεταξύ διαφορετικών ιδρυμάτων. Η πρόταση για ανοικτή επιστήμη αποσκοπεί στη συγκέντρωση και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πληροφοριών. Για τις PFAS, όπου ο αριθμός των ουσιών είναι τεράστιος και τα δεδομένα δεν έχουν το ίδιο βάθος για κάθε ένωση, η συνεργασία μεταξύ ερευνητικών φορέων θεωρείται ιδιαίτερα αναγκαία.
Η πέμπτη κατεύθυνση αφορά την επικοινωνία του κινδύνου προς το κοινό και τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Οι συμμετέχοντες ζητούν σαφείς και συνεπείς στρατηγικές ενημέρωσης, ώστε τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και οι αβεβαιότητές τους να παρουσιάζονται με ακρίβεια. Η ανάγκη είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια κατηγορία χημικών ουσιών για την οποία η γνώση διαφέρει σημαντικά από ουσία σε ουσία και συνεχίζει να εξελίσσεται.
Η ανακοίνωση του BfR δεν παρουσιάζει νέο όριο ασφαλούς έκθεσης, ούτε αναφέρει ότι όλες οι περισσότερες από 21.000 PFAS έχουν την ίδια τοξικότητα ή ότι έχουν εντοπιστεί όλες στο ανθρώπινο αίμα. Καταγράφει, όμως, ένα απαιτητικό επιστημονικό πεδίο: επίμονες ουσίες υπάρχουν ήδη στην τροφική αλυσίδα και στον άνθρωπο, ενώ η αξιολόγησή τους εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ελλείψεις δεδομένων, αναλυτικούς περιορισμούς και σημαντικές αβεβαιότητες.