Ο καφές φαίνεται ότι επηρεάζει το έντερο μεταβάλλοντας συγκεκριμένους μικροοργανισμούς και ουσίες που παράγονται κατά τον μεταβολισμό τους. Νέα μελέτη του University College Cork, που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, εξέτασε αυτές τις αλλαγές σε υγιείς ενήλικες. Τα ευρήματα δείχνουν πιθανή θετική επίδραση στην υγεία του εντέρου, χωρίς όμως να αποδεικνύουν ότι η κατανάλωση καφέ βελτιώνει συνολικά το μικροβίωμα ή προλαμβάνει συγκεκριμένες παθήσεις.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μαγείρισσα πίσω από 363 τροφικές δηλητηριάσεις – Έβαλε ληγμένα ωμά αυγά στη μακαρονάδα
Οι ερευνητές μελέτησαν συνολικά 31 άτομα που έπιναν συνήθως τρία έως πέντε φλιτζάνια καφέ την ημέρα και 31 που δεν κατανάλωναν καθόλου καφέ. Συνέλεξαν δείγματα κοπράνων και ούρων και παρακολούθησαν τη διατροφή, τη διάθεση, το στρες και γνωστικές λειτουργίες. Στους τακτικούς καταναλωτές εντοπίστηκε διαφορετική σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος, με αυξημένη παρουσία συγκεκριμένων βακτηριακών ειδών σε σύγκριση με τους μη καταναλωτές.
Μεταξύ των μικροοργανισμών που εμφανίζονταν σε μεγαλύτερη αφθονία ήταν στελέχη των Eggerthella και Cryptobacterium, καθώς και ένα βακτήριο της ομάδας Firmicutes. Ορισμένα από αυτά έχουν συνδεθεί με διεργασίες όπως ο μεταβολισμός των χολικών οξέων και η έκκριση οξέων στο πεπτικό. Οι ερευνητές θεωρούν ότι τα ευρήματα υποδεικνύουν πιθανή ευνοϊκή επίδραση του καφέ, επισημαίνουν όμως ότι οι ακριβείς λειτουργίες αυτών των στελεχών δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Για να διαπιστώσουν αν οι διαφορές σχετίζονταν πράγματι με τον καφέ, οι τακτικοί καταναλωτές σταμάτησαν να τον πίνουν για δύο εβδομάδες. Η αποχή συνοδεύτηκε από αλλαγές σε συγκεκριμένα βακτήρια και στο προφίλ των μεταβολιτών των κοπράνων. Μερικές από τις μεταβολές ήταν αναστρέψιμες, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι ο καφές ή ορισμένα συστατικά του επηρεάζουν άμεσα τη δραστηριότητα του εντερικού οικοσυστήματος.
Στη συνέχεια οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και για τρεις εβδομάδες έπιναν είτε καφέ με καφεΐνη είτε ντεκαφεϊνέ, χωρίς να γνωρίζουν ποιον λάμβαναν. Η επανεισαγωγή και των δύο τύπων καφέ προκάλεσε μεταβολές σε συγκεκριμένους μικροβιακούς πληθυσμούς. Αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον μέρος της επίδρασης στο μικροβίωμα δεν οφείλεται αποκλειστικά στην καφεΐνη, αλλά πιθανότατα σχετίζεται και με άλλα συστατικά του ροφήματος.
Ένας πιθανός παράγοντας είναι οι πολυφαινόλες, φυτικές ενώσεις του καφέ που μεταβολίζονται σε συνεργασία με τα μικρόβια του εντέρου. Η μελέτη κατέγραψε μεγάλη διαφορά από άνθρωπο σε άνθρωπο στον τρόπο με τον οποίο μεταβολίζονταν αυτές οι ενώσεις. Αυτό υποδηλώνει ότι το μικροβίωμα κάθε ατόμου μπορεί να επηρεάζει την επεξεργασία των συστατικών του καφέ και, κατά συνέπεια, τις ουσίες που τελικά παράγονται μέσα στο έντερο.
Η έρευνα εξέτασε παράλληλα τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου, το σύστημα επικοινωνίας ανάμεσα στο μικροβίωμα και τον εγκέφαλο. Μετά την επανεισαγωγή του καφέ, τόσο η ομάδα της καφεΐνης όσο και εκείνη του ντεκαφεϊνέ ανέφεραν χαμηλότερο αντιλαμβανόμενο στρες, συμπτώματα κατάθλιψης και παρορμητικότητα. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης συσχετίσεις ανάμεσα σε συγκεκριμένα μικρόβια, μεταβολίτες και γνωστικές μετρήσεις, χωρίς να αποδεικνύεται ότι οι μικροβιακές αλλαγές προκάλεσαν τις ψυχολογικές διαφορές.
Τα αποτελέσματα επομένως δεν σημαίνουν ότι περισσότεροι καφέδες οδηγούν σε «καλύτερο» έντερο. Η μελέτη ήταν μικρή, με 62 υγιείς ενήλικες, και δεν εξέτασε μακροχρόνια κλινικά αποτελέσματα. Δείχνει ότι η τακτική κατανάλωση καφέ μπορεί να μεταβάλλει συγκεκριμένα βακτήρια και μεταβολικές διεργασίες του εντέρου, με ορισμένες αλλαγές να θεωρούνται δυνητικά ευεργετικές. Χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες για να φανεί αν αυτές οι μεταβολές μεταφράζονται σε πραγματικό όφελος για την υγεία.