Μια μαζική μελέτη απεικόνισης εγκεφάλου σε σχεδόν 30.000 άτομα αποκάλυψε εντυπωσιακές συνδέσεις μεταξύ της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφών και των μετρήσιμων αλλαγών στη δομή του εγκεφάλου
Μια διεθνής ομάδα επιστημόνων ανέλυσε εγκεφαλικές τομογραφίες περίπου 30.000 ατόμων και εντόπισε εντυπωσιακές συσχετίσεις ανάμεσα στη συχνή κατανάλωση βιομηχανικά επεξεργασμένων τροφών — όπως έτοιμα σνακ, μπισκότα, δημητριακά πρωινού με ζάχαρη, αναψυκτικά, αλλαντικά και κατεψυγμένα γεύματα — και σε μετρήσιμες διαφορές στη δομή του εγκεφάλου. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτές οι διαφορές μπορεί να τροφοδοτούν έναν φαύλο κύκλο υπερφαγίας και εξάρτησης από την υπερεπεξεργασμένη τροφή.
Ο Arsène Kanyamibwa από το Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, επικεφαλής της μελέτης, εξηγεί ότι η αυξημένη κατανάλωση τέτοιων τροφών συνδέεται με αλλαγές σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή, τον έλεγχο της όρεξης και τη λήψη αποφάσεων γύρω από το φαγητό. Αν και δεν αποδεικνύεται αιτιώδης σχέση, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι επιπτώσεις δεν οφείλονται μόνο στη φλεγμονή ή στην παχυσαρκία, αλλά πιθανώς και σε πρόσθετα συστατικά όπως οι γαλακτωματοποιητές και οι τεχνητές γλυκαντικές ύλες.
Η μελέτη διευκρινίζει ότι δεν είναι όλα τα επεξεργασμένα τρόφιμα προβληματικά. Τα κατεψυγμένα λαχανικά ή το παστεριωμένο γάλα, για παράδειγμα, αποτελούν ασφαλείς και ωφέλιμες μορφές επεξεργασίας. Ωστόσο, προϊόντα όπως τα πατατάκια, τα λουκάνικα, οι έτοιμες σάλτσες, τα ροφήματα με τεχνητά αρώματα και τα γλυκίσματα τύπου «μπάρα ενέργειας» περιέχουν βιομηχανικά επεξεργασμένα συστατικά που δεν υπήρχαν ποτέ στη φυσική ανθρώπινη διατροφή.
Η έρευνα βασίστηκε στα δεδομένα του UK Biobank, μιας τεράστιας βάσης υγείας που συγκεντρώνει πληροφορίες από δεκάδες χιλιάδες Βρετανούς μέσης ηλικίας. Διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι σε συνεργασία με το Νευρολογικό Ινστιτούτο του McGill στο Μόντρεαλ, συνδυάζοντας γνώσεις από τη διατροφολογία, τη νευροεπιστήμη και την απεικονιστική ανάλυση εγκεφάλου.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι κατανάλωναν συχνά τέτοια προϊόντα εμφάνιζαν διαφορές στη μορφολογία περιοχών του εγκεφάλου που ρυθμίζουν την πείνα και την ανταμοιβή. Αυτές οι αλλαγές συνδέονταν και με διαταραχές του μεταβολισμού, όπως αυξημένα λιπίδια, υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος και ήπια συστηματική φλεγμονή.
Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι η συνεχής έκθεση σε αυτά τα προϊόντα μπορεί να προκαλεί έναν είδος «νευρωνικού επαναπρογραμματισμού»: ο εγκέφαλος μαθαίνει να ζητά όλο και περισσότερο φαγητό πλούσιο σε λίπος, ζάχαρη και αλάτι, αναζητώντας τη γρήγορη ευχαρίστηση που του προσφέρει. Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος εθισμού παρόμοιος με εκείνον που παρατηρείται στις εξαρτησιογόνες ουσίες.
Η μελέτη έδειξε επίσης ότι οι συσχετίσεις παραμένουν ισχυρές ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η συνολική θερμιδική πρόσληψη, η φυσική δραστηριότητα, η κοινωνική τάξη ή οι διατροφικές συνήθειες. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η χημική επεξεργασία και τα βιομηχανικά πρόσθετα φαίνεται να έχουν άμεση επίδραση στη λειτουργία του εγκεφάλου.
Οι ερευνητές ζητούν περισσότερες μακροχρόνιες μελέτες για να επιβεβαιωθεί αν οι αλλοιώσεις του εγκεφάλου προκαλούνται από την κατανάλωση αυτών των τροφίμων ή αν ορισμένοι εγκέφαλοι είναι εξαρχής πιο ευάλωτοι στην εξάρτηση από τη γεύση και τη θερμιδική ευφορία που προσφέρουν. Σε κάθε περίπτωση, τονίζουν ότι η μείωση της κατανάλωσης βιομηχανικά επεξεργασμένων προϊόντων και η αυστηρότερη ρύθμιση των προσθέτων στη βιομηχανία τροφίμων είναι καθοριστικά βήματα για τη δημόσια υγεία.
