Τι αποκαλύπτει μελέτη του MIT για τις βιοχημικές επιπτώσεις της διατροφής

Η αυξημένη κατανάλωση λιπαρών στη σύγχρονη διατροφή δεν επηρεάζει μόνο το σωματικό βάρος και τον κίνδυνο χρόνιων ασθενειών, όπως ο διαβήτης τύπου 2. Νέα μελέτη από το MIT, φέρνει στο φως τις βαθιές αλλαγές σε κυτταρικό και ενζυμικό επίπεδο, που επηρεάζουν τη βασική λειτουργία του οργανισμού. Οι ερευνητές, μελετώντας ποντίκια σε διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, διαπίστωσαν ότι εκατοντάδες ένζυμα που ρυθμίζουν τον μεταβολισμό σακχάρων, λιπών και πρωτεϊνών υφίστανται δυσλειτουργικές μεταβολές, οδηγώντας σε αυξημένη ινσουλινοαντίσταση και συσσώρευση αντιδραστικών ειδών οξυγόνου.
Η μελέτη, δημοσιευμένη στο περιοδικό Molecular Cell, τονίζει τη σημασία της φωσφορυλίωσης, μιας διαδικασίας ενεργοποίησης ή απενεργοποίησης ενζύμων, που λειτουργεί σαν μοριακός διακόπτης. Σε συνθήκες «μεταβολικού στρες», όπως μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, οι αλλαγές αυτές μεταβάλλουν την ισορροπία των κυττάρων, προάγοντας ένα «τοξικό» εσωτερικό περιβάλλον. Οι επιστήμονες εστίασαν σε ένζυμα-κλειδιά όπως το IDH1 και το AKR1C1, που συμμετέχουν στον μεταβολισμό σακχάρων και λιπών. Διαπιστώθηκε ότι η φωσφορυλίωσή τους αλλοιώνει τη λειτουργικότητα τους, οδηγώντας σε υπερπαραγωγή οξειδωτικών παραγόντων. Αυτή η κατάσταση οξειδοαναγωγικής ανισορροπίας σηματοδοτεί βλάβες που επηρεάζουν όχι μόνο την κυτταρική υγεία αλλά και τη συνολική φυσιολογία.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα είναι πως τα αρσενικά ποντίκια εμφάνισαν πολύ πιο έντονη δυσλειτουργία από τα θηλυκά, τα οποία ενεργοποιούν εναλλακτικά μονοπάτια μεταβολισμού για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της δίαιτας. Η ερευνητική ομάδα χορήγησε στα ποντίκια το αντιοξειδωτικό BHA, με στόχο να δει αν μπορεί να αναστρέψει τις αρνητικές επιδράσεις. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Η αγωγή οδήγησε σε μείωση της αύξησης του βάρους, αποφυγή προδιαβητικής κατάστασης και μείωση των αντιδραστικών ειδών οξυγόνου. Παράλληλα, παρατηρήθηκε επαναφορά της φυσιολογικής φωσφορυλίωσης στα μεταβολικά ένζυμα, δηλαδή μοριακή αποκατάσταση της κυτταρικής ισορροπίας.
«Η θεραπεία δεν επανέφερε πλήρως την αρχική κατάσταση, αλλά μετέφερε τα κύτταρα σε μια πιο υγιή εκδοχή του εαυτού τους», σημειώνει ο Tigist Tamir, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. Αυτή η “ενδιάμεση κατάσταση”, όπως εξηγεί, φαίνεται αρκετή για να αποτρέψει σοβαρά μεταβολικά προβλήματα.