ΑρχικήΟικιακάΠαιδίΟι εγκέφαλοι μητέρας - παιδιού συγχρονίζονται όταν παίζουν μαζί - Τι αποκαλύπτει Ελληνίδα...

Οι εγκέφαλοι μητέρας – παιδιού συγχρονίζονται όταν παίζουν μαζί – Τι αποκαλύπτει Ελληνίδα επικεφαλής μελέτης

6 λεπτά ανάγνωσης

Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός που ενισχύει τους οικογενειακούς δεσμούς

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου όλο και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας δύο ή περισσότερες μητρικές γλώσσες, έρευνα του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, με επικεφαλής Ελληνίδα ερευνήτρια, επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο η διγλωσσία επηρεάζει τη σύνδεση μεταξύ των μελών της οικογένειας μελετώντας τη λειτουργία του εγκεφάλου μητέρων και των δίγλωσσων παιδιών τους.

- Advertisement -

   Μια μητέρα παίζει με το δίγλωσσο παιδί της με τουβλάκια και αστείες φατσούλες επικοινωνώντας κάθε φορά σε διαφορετική γλώσσα. Μητέρα και παιδί χαμογελούν από ικανοποίηση για τα όσα δημιουργούν μαζί. Στην άκρη του δωματίου μια ομάδα ερευνητών παρατηρεί την αλληλεπίδρασή τους. Το ενδιαφέρον τους δεν εστιάζεται στις λέξεις που ανταλλάσσουν, αλλά στο κατά πόσο οι εγκέφαλοί τους συγχρονίζονται με τον ίδιο τρόπο όταν αλλάζει η γλώσσα επικοινωνίας.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καταναλωτές βρήκαν κομμάτια γυαλιού σε κατεψυγμένο γεύμα με κοτόπουλο – Ανακαλείται ποσότητα – μαμούθ άνω των 1.500 τόνων

- Advertisement -

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κίνδυνος εγκαυμάτων και πρόκλησης πυρκαγιάς από γκαζάκι του καφέ – Ανακαλούνται φιάλες από μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ

   Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι η ταυτόχρονη δραστηριότητα των νευρωνικών δικτύων στους εγκεφάλους ανθρώπων που αλληλεπιδρούν, για παράδειγμα όταν μιλούν, μαθαίνουν, τραγουδούν ή εργάζονται μαζί. Ο συγχρονισμός αυτός μπορεί να συντελέσει στη συναισθηματική τους σύνδεση και την επικοινωνία, ενώ θεωρείται σημαντικός για την υγιή σχέση μεταξύ γονέων και παιδιών. «Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι σχεδόν σαν μουσικά όργανα που παίζουν μαζί. Δεν είναι ότι παίζουν τον ίδιο ρυθμό, αλλά ότι στο τέλος συγχρονίζονται και προκύπτει κάτι το οποίο βγάζει νόημα», λέει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η επικεφαλής της μελέτης, ερευνήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, Ευστρατία Παπουτσέλου.

- Advertisement -

   Η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λέσβο, σπούδασε νευροεπιστήμες στο King’s College του Λονδίνου και συνέχισε με διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην απώλεια ακοής, τη γλώσσα και την επικοινωνία, ιδίως στην παιδική ηλικία.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Εμφιαλωμένο νερό: Νέα καταγγελία για τη γνωστή μάρκα που εξακολουθεί να μυρίζει σαν… αποχέτευση (!!!) αλλά δεν ανακαλείται

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γαλακτοβιομηχανία – κολοσσός ανακαλεί 6 τυριά από μεγάλα σούπερ μάρκετ, λόγω παρουσίας επικίνδυνου βακτηρίου

   Ζώντας εδώ και χρόνια στη Βρετανία, όπου συναντώνται συχνά παιδιά με δύο ή και περισσότερες μητρικές γλώσσες, η κ. Παπουτσέλου διαπίστωσε ότι τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονται από επιστημονικές μελέτες, με αποτέλεσμα τα διαθέσιμα δεδομένα να μην αντανακλούν πλήρως τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Την ίδια ώρα, σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζεται ότι αυξήθηκε από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023.

   Η ερευνητική ομάδα αποφάσισε να διερευνήσει κατά πόσο ο εγκεφαλικός συγχρονισμός μητέρων και των δίγλωσσων παιδιών της μεταβάλλεται ανάλογα με τη γλώσσα στην οποία επικοινωνούν. Τα παιδιά γνωρίζουν καλά τη γλώσσα που μιλά η οικογένεια και τη γλώσσα της χώρας στην οποία γεννιούνται, ενώ αντίθετα οι γονείς όσο ικανοί ομιλητές και να είναι τείνουν να μιλούν τη γλώσσα που έμαθαν αργότερα στη ζωή τους με δυσκολία, ειδικά σε συναισθηματικά φορτισμένα ή γνωστικά απαιτητικά περιβάλλοντα. Ήταν ζητούμενο λοιπόν για τους ερευνητές να μελετήσουν κατά πόσο η διαφορετική χρήση της γλώσσας επηρεάζει τον τρόπο που αλληλεπιδρούν. Επιπλέον, πρόκληση αποτέλεσε η διαπίστωση ότι η σύνδεση μητέρων με παιδιά είναι διεθνώς μελετημένη συμπεριφορικά, αλλά όχι τόσο σε επίπεδο εγκεφαλικής δραστηριότητας.

   «Η αλληλεπίδραση στα παιδιά είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί τους βοηθά στην ανάπτυξη, στην εκμάθηση της γλώσσας, τους βοηθά να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους, να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες και συναισθηματική σύνδεση», υπενθυμίζει η κ. Παπουτσέλου. 

   Στην έρευνα συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων-παιδιών, που ζουν στη Βρετανία. Οι μητέρες, με μέση ηλικία τα 38 έτη, είχαν διαφορετικές μητρικές γλώσσες και υψηλό επίπεδο γνώσης αγγλικών. Τα παιδιά, ηλικίας 3 έως 4 ετών, είχαν γεννηθεί στη χώρα και μεγάλωναν σε δίγλωσσο περιβάλλον. Οι ερευνητές ενέταξαν παιδιά νηπιακής ηλικίας, καθώς «έχουμε διαπιστώσει σε προηγούμενες έρευνές μας ότι είναι μια κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη της γλώσσας. Οπότε είναι μια περίοδος γενικά που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ στο πώς αναπτύσσονται τα παιδιά», όπως εξηγεί η επικεφαλής ερευνήτρια.

   Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη μέθοδο του hyperscanning, δηλαδή την ταυτόχρονη μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας δύο ατόμων που αλληλεπιδρούν. Μητέρες και παιδιά φορούσαν ειδικούς σκούφους με οπτικούς αισθητήρες (fNIRS), προκειμένου κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού να καταγράφεται η εγκεφαλική δραστηριότητα κάθε συμμετέχοντα.

   Μητέρες και παιδιά κλήθηκαν να παίξουν ελεύθερο παιχνίδι για να μπορούν να αλληλεπιδρούν με άνετο και οικείο τρόπο, χωρίς προκαθορισμένους διαλόγους ή αυστηρές απαιτήσεις. Έπρεπε όμως, να παίξουν με τρεις τρόπους: μαζί επικοινωνώντας στη μητρική γλώσσα της μητέρας, όπως δηλαδή αλληλεπιδρούν συνήθως, μαζί επικοινωνώντας στα αγγλικά και ο καθένας μόνος του σε διαφορετικούς χώρους.

   Τα αποτελέσματα της έρευνας, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Frontiers in Cognition», έδειξαν ότι το παιχνίδι μεταξύ μητέρων και των παιδιών τους δημιουργούσε εγκεφαλικό συγχρονισμό και στις δύο γλωσσικές συνθήκες. «Είναι ένα σημαντικό εύρημα, διότι υποδηλώνει ότι η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη σύνδεση μεταξύ των εγκεφάλων, μια σύνδεση σημαντική για τη δημιουργία δεσμών και την επικοινωνία», τονίζει η κ. Παπουτσέλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

   Ο συγχρονισμός ήταν ιδιαίτερα ισχυρός στον προμετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου, έναν κόμβο λήψης αποφάσεων, σχεδιασμού, συνεργασίας και συναισθημάτων. Ισχυρός, αλλά ασθενέστερος σε σχέση με τον προμετωπιαίο φλοιό ήταν ο συγχρονισμός στην κροταφοβρεγματική περιοχή, που ρυθμίζει την κατανόηση του άλλου.

   Η ερευνητική ομάδα θέλει να συνεχίσει την έρευνα με οικογένειες που θα έχουν μεγαλύτερο εύρος γνώσης αγγλικών, αλλά και με την αλληλεπίδραση παιδιών με άλλα μέλη του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Επίσης, ερευνούν ήδη την αλληλεπίδραση μέσω παιχνιδιού των μητέρων με παιδιά που έχουν κοχλιακά εμφυτεύματα.

H επικεφαλής της μελέτης, ερευνήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, Ευστρατία Παπουτσέλου.

   Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://doi.org/10.3389/fcogn.2025.1695132

Πηγή: Μαρία Κουζινοπούλου – ΑΠΕ-ΜΠΕ

Φωτογραφία άρθρου Shutterstock

- Advertisement -

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Ποιο ρύζι βρέθηκε συχνότερα με αρσενικό και κάδμιο, σύμφωνα με 1.734 ευρωπαϊκές ειδοποιήσεις σε διάστημα 21 ετών

Μελέτη που ανέλυσε ειδοποιήσεις του ευρωπαϊκού συστήματος RASFF την περίοδο 2002-2023 καταγράφει τα συχνότερα προβλήματα στο ρύζι, από υπολείμματα φυτοφαρμάκων και μυκοτοξίνες έως βαρέα μέταλλα και μη εγκεκριμένους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς

Σωρεία παραβάσεων ασφάλειας τροφίμων σε μεγάλο αρτοποιείο – Η προειδοποιητική επιστολή των Αρχών

Η υπόθεση φωτίζει τις απαιτήσεις που οφείλουν να τηρούν οι επιχειρήσεις παραγωγής αρτοσκευασμάτων

PFAS στο πόσιμο νερό: Η αόρατη πρόκληση για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον – Τι δείχνουν οι μετρήσεις στην Ελλάδα

Σε αποκλειστική συνέντευξη, η Δρ Έρη Μπιζάνη εξηγεί ποια είναι η πραγματική εικόνα σήμερα για τα PFAS στο πόσιμο νερό της Ελλάδας, τι δείχνουν οι διαθέσιμες μετρήσεις και ποιες περιοχές απαιτούν αυξημένη επιτήρηση.