Παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) φαίνεται ότι αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη γλυκιά και την αλμυρή γεύση σε σύγκριση με συνομηλίκους τους χωρίς διάγνωση αυτισμού, ενώ παράλληλα καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες νατρίου και παρουσιάζουν περισσότερες δυσκολίες κατά τη διάρκεια του γεύματος. Τα ευρήματα προέρχονται από μελέτη ερευνητών του São Paulo State University (UNESP) και του University Center of Patos de Minas (UNIPAM) στη Βραζιλία, η οποία έγινε αποδεκτή για δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Food Quality and Preference της Elsevier.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Γαύρος και σαρδέλα στο Αιγαίο: Τι πραγματικά συμβαίνει στις ελληνικές θάλασσες 4 χρόνια μετά τις δυσοίωνες προβλέψεις
Η έρευνα σχεδιάστηκε με στόχο να διερευνήσει την αντίληψη και την αποδοχή της γλυκιάς και της αλμυρής γεύσης, καθώς και τη σχέση τους με τη διατροφική συμπεριφορά και τη διατροφική πρόσληψη παιδιών ηλικίας 6 έως 11 ετών. Στη μελέτη συμμετείχαν 15 παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος και 15 παιδιά χωρίς διάγνωση αυτισμού (νευροτυπικά) ίδιας ηλικίας και φύλου. Για την αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκαν δοκιμές ανίχνευσης γεύσης με διαλύματα σακχαρόζης και χλωριούχου νατρίου, αισθητηριακές δοκιμές αποδοχής τροφίμων με διαφορετικές συγκεντρώσεις ζάχαρης και αλατιού, η κλίμακα διατροφικής συμπεριφοράς LABIRINTO και δύο επαναλαμβανόμενες ανακλήσεις διατροφής 24ώρου.
Η αξιολόγηση της γευστικής αντίληψης έδειξε ότι τα παιδιά με αυτισμό χρειάζονταν υψηλότερες συγκεντρώσεις σακχαρόζης και χλωριούχου νατρίου για να αντιληφθούν τη γλυκιά και την αλμυρή γεύση. Το μέσο όριο ανίχνευσης της γλυκιάς γεύσης ήταν 4,98 g/L έναντι 2,77 g/L στη νευροτυπική ομάδα, ενώ για την αλμυρή γεύση ήταν 1,01 g/L έναντι 0,49 g/L. Οι διαφορές ήταν στατιστικά σημαντικές και υποδηλώνουν μειωμένη γευστική ευαισθησία στα παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος.
Για την αξιολόγηση της αποδοχής της γλυκιάς γεύσης χρησιμοποιήθηκε γαλακτώδες επιδόρπιο με διαφορετικές συγκεντρώσεις σακχαρόζης. Τα παιδιά με αυτισμό έδειξαν σημαντικά μεγαλύτερη αποδοχή σε δύο από τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ζάχαρης συγκριτικά με τη νευροτυπική ομάδα. Και στις δύο ομάδες οι υψηλότερες συγκεντρώσεις σακχαρόζης συγκέντρωσαν γενικά υψηλότερες βαθμολογίες αποδοχής σε σχέση με τις χαμηλότερες.
Η αλμυρή γεύση αξιολογήθηκε με κεφτέδες που περιείχαν διαφορετικές ποσότητες χλωριούχου νατρίου. Τα παιδιά με αυτισμό αξιολόγησαν λιγότερο θετικά μία από τις χαμηλές συγκεντρώσεις αλατιού και σημαντικά θετικότερα τη μεγαλύτερη συγκέντρωση χλωριούχου νατρίου. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει αυξημένη αποδοχή τροφίμων με υψηλότερη περιεκτικότητα σε αλάτι.
Η αξιολόγηση της διατροφικής συμπεριφοράς έδειξε ότι η μοναδική στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων αφορούσε τις δεξιότητες κατά τη διάρκεια του γεύματος. Τα παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος παρουσίασαν περισσότερες δυσκολίες στο να παραμένουν καθιστά στο τραπέζι, στη χρήση των μαχαιροπίρουνων και στον χειρισμό της τροφής χωρίς να τη χύνουν. Δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στους υπόλοιπους τομείς της κλίμακας, όπως η επιλεκτικότητα τροφίμων, οι άκαμπτες διατροφικές συμπεριφορές ή οι γαστρεντερικές διαταραχές.
Η ανάλυση της ημερήσιας πρόσληψης θρεπτικών συστατικών έδειξε ότι τα παιδιά με αυτισμό κατανάλωναν κατά μέσο όρο 2.441 mg νατρίου ημερησίως, έναντι 2.001 mg στη νευροτυπική ομάδα, διαφορά που ήταν στατιστικά σημαντική. Αντίθετα, η μέση ημερήσια πρόσληψη ζάχαρης δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων, καθώς ήταν 26,3 g και 24,3 g αντίστοιχα.
Η μειωμένη ευαισθησία στην αλμυρή γεύση ενδέχεται να συνδέεται με την αυξημένη κατανάλωση νατρίου, καθώς απαιτούνται μεγαλύτερες συγκεντρώσεις αλατιού για να γίνει αντιληπτή η γεύση. Ωστόσο, στη μελέτη δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στα όρια ανίχνευσης της γεύσης και στην πραγματική πρόσληψη ζάχαρης ή νατρίου, γεγονός που δείχνει ότι οι διατροφικές επιλογές επηρεάζονται από περισσότερους βιολογικούς, αισθητηριακούς και συμπεριφορικούς παράγοντες.
Τα αποτελέσματα ενισχύουν την εικόνα που έχει καταγραφεί και σε προηγούμενες επιστημονικές εργασίες, σύμφωνα με τις οποίες πολλά παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος εμφανίζουν ιδιαιτερότητες στην αισθητηριακή επεξεργασία των τροφίμων. Οι διαφορές αυτές μπορεί να αφορούν όχι μόνο τη γεύση αλλά και την οσμή, την υφή και άλλα αισθητηριακά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν την αποδοχή συγκεκριμένων τροφίμων και τη διαμόρφωση των διατροφικών συνηθειών. Παρότι η επιλεκτική κατανάλωση τροφίμων αναφέρεται συχνά στη διεθνή βιβλιογραφία ως χαρακτηριστικό του αυτισμού, στη συγκεκριμένη μελέτη δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ως προς τον βαθμό επιλεκτικότητας.
Η μελέτη περιλάμβανε περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων και οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι παράγοντες όπως ο δείκτης μάζας σώματος, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και άλλες μεταβλητές ενδέχεται να επηρέασαν τα αποτελέσματα. Επιπλέον, η αισθητηριακή επεξεργασία παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια μεταξύ των ατόμων με διαταραχή αυτιστικού φάσματος, επομένως η μειωμένη ευαισθησία στη γλυκιά και την αλμυρή γεύση δεν αποτελεί χαρακτηριστικό όλων των παιδιών με αυτισμό.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0950329326002247