Η πορεία του ΣΕΒΙΤΕΛ μέσα από τα μάτια του ανθρώπου που τον υπηρέτησε για πάνω από τέσσερις δεκαετίες
Ύστερα από 43 συναπτά έτη συνεχούς παρουσίας, προσφοράς και ενεργού συμμετοχής σε όλες τις κρίσιμες στιγμές του ελληνικού ελαιοκομικού τομέα, ο Γιώργος Οικονόμου αποχώρησε από τη θέση του Γενικού Διευθυντή – και τα τελευταία χρόνια Συμβούλου Διοίκησης – του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ). Όπως ο ίδιος ανακοίνωσε με μια φορτισμένη αλλά νηφάλια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «αποχωρώ από τον συλλογικό φορέα με αίσθημα πληρότητας και υπερηφάνειας, παραδίδοντας τη σκυτάλη, με τη βεβαιότητα ότι ο ΣΕΒΙΤΕΛ θα συνεχίσει να προοδεύει και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του μέλλοντος». Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι παραμένει ενεργός στον ευρύτερο χώρο της αγροδιατροφής, «δηλώνοντας παρών στο έργο και στις αξίες που υπηρέτησα όλα αυτά τα χρόνια».
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | LIDL FR: Ανάκληση προϊόντος ιδιωτικής ετικέτας λόγω επικίνδυνου παθογόνου βακτηρίου [φωτο]
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το εξωτικό φρούτο που καλλιεργείται πλέον και στην Ελλάδα και συνδέεται με βελτίωση μεταβολικών δεικτών και φλεγμονής
Ακολουθεί η συνέντευξή του στο cibum και στην Πέπη Οικονομάκη.
Από τα Καμίνια του Πειραιά, στον ΣΕΒΙΤΕΛ – μια σχεδόν «μοιραία» διαδρομή
Η σχέση του Γιώργου Οικονόμου με το ελαιόλαδο ξεκινά πολύ πριν από την επαγγελματική του σταδιοδρομία. «Η γέννηση και η διαμονή μου ήταν 200 μέτρα από την ΕΛΑΪΔΑ. Μεγάλωσα στη συνοικία Καμίνια του Πειραιά, όπου η ΕΛΑΪΣ ήταν μία από τις μεγάλες εταιρείες στον τομέα του ελαιολάδου, είχε το εργαστάσιό της», θυμάται. Η πρώτη αίτηση εκεί για δουλειά δεν ευδοκίμησε, όμως μια σύμπτωση – όπως συμβαίνει συχνά στις καθοριστικές στιγμές – τον οδήγησε στον τότε νεοσύστατο ΣΕΒΙΤΕΛ. «Ήμουν μόλις 23 ετών, είχα ολοκληρώσει τις ακαδημαϊκές και στρατιωτικές μου υποχρεώσεις και έτσι μπήκα σε ένα προϊόν που είναι εθνικό μας προϊόν». Η αγάπη για το ελαιόλαδο υπήρχε ήδη, βιωματικά: «Θυμάμαι τη μητέρα μου να χρησιμοποιεί πάντοτε ελαιόλαδο και μόνο, στα εδέσματα, στα φαγητά και κυρίως στις πίτες που έφτιαχνε».
Στα πρώτα βήματα της ευρωπαϊκής ελαιοκομίας
Η είσοδός του στον ΣΕΒΙΤΕΛ συμπίπτει με μια ιστορική περίοδο: την ένταξη της Ελλάδας στην τότε
ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) και τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πλαισίου για το ελαιόλαδο. «Από τα πρώτα μου βήματα μπήκα βαθιά στο νομικό πλαίσιο του προϊόντος, στους κοινοτικούς κανονισμούς και στην κωδικοποίηση μιας νομοθεσίας που τότε ήταν διάσπαρτη – χωρίς διαδίκτυο, χωρίς email, μόνο με fax και telex». Από τις πρώτες μεγάλες του ενασχολήσεις ήταν η μελέτη των επιπτώσεων από την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην τότε ΕΟΚ, αλλά και η διαχείριση της ενίσχυσης κατανάλωσης ελαιολάδου. «Η προσπάθεια ήταν να υπάρξει μεταστροφή από τον ντενεκέ των 17,4 λίτρων στις μικρές συσκευασίες. Εκεί μπήκαν τα θεμέλια για την ανάπτυξη του τυποποιημένου ελαιολάδου και της προστιθέμενης αξίας του».
Ενημέρωση, εξωστρέφεια και αλλαγή νοοτροπίας
Για τον ίδιο, η ενημέρωση υπήρξε πάντα κεντρικός άξονας. Από τα πρώτα χρόνια ως Γενικός Διευθυντής, καθιέρωσε έντυπο μηνιαίο δελτίο ενημέρωσης για τις επιχειρήσεις, ημερίδες, σεμινάρια και παρεμβάσεις σε μια εποχή έντονων αλλαγών: από τη μετάβαση στο ΦΠΑ έως τις πράσινες ισοτιμίες και τις συνεχείς τροποποιήσεις των επιδοτήσεων.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές καμπάνιες ενημέρωσης για τα οφέλη του ελαιολάδου αποτέλεσαν σημαντικό εργαλείο. «Στην Ελλάδα ξέρουμε ότι το ελαιόλαδο είναι υγιεινό – γεννιόμαστε και βαφτιζόμαστε μέσα στο ελαιόλαδο. Έπρεπε όμως να τονιστεί ότι μιλάμε για τυποποιημένο ελαιόλαδο, με εγγυήσεις ποιότητας».
Η Διαπαγγελματική και το στοίχημα της συλλογικότητας
Αν υπάρχει μια πρόκληση που ξεχωρίζει στη διαδρομή του, αυτή είναι η δημιουργία της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου. «Ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση. Μας πήρε δύο χρόνια διαβουλεύσεων και το 2002 τα καταφέραμε». Ένα εγχείρημα που στόχευε στη σύνδεση πρωτογενούς τομέα, μεταποίησης και αγοράς, στα πρότυπα των ευρωπαϊκών διεπαγγελματικών οργανώσεων. Την ίδια περίοδο ξεκινούν και οι πρώτες συντονισμένες καμπάνιες προώθησης, με απτά αποτελέσματα: «Οι εξαγωγές τυποποιημένου ελαιολάδου εκτοξεύθηκαν από τους 10.000 στους 45.000 τόνους».
Από το «γνήσιο» στο εξαιρετικό παρθένο
Μέσα σε αυτές τις δεκαετίες άλλαξε και η αντίληψη των καταναλωτών. «Η κυρίαρχη κατηγορία ήταν το “γνήσιο ελαιόλαδο”. Σήμερα έχουμε περάσει στο εξαιρετικό παρθένο, από το 30% στο 70% της κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει εκπαίδευση». Όπως σημειώνει, πρόκειται για μια σταδιακή αλλά ουσιαστική αλλαγή, στην οποία συνέβαλαν οι καμπάνιες, η επιστημονική γνώση και η εξέλιξη της γαστρονομικής κουλτούρας.
Ρεαλισμός για τις προκλήσεις, αισιοδοξία για το μέλλον
Ο Γιώργος Οικονόμου μιλά ανοιχτά για τον κατακερματισμένο κλήρο, το υψηλό κόστος παραγωγής, την έλλειψη εθνικής στρατηγικής και τη δυσκολία ανταγωνισμού με Ισπανία και Ιταλία. «Έχουμε κορυφαία ποιότητα, αλλά αν δεν τη διαφημίζεις, τη ξέρεις μόνος σου. Δηλαδή πρέπει να κακαρίζει το αυγό της η κότα, διαφορετικά θα μείνει στο κοτέτσι, δεν θα το πάρει κανείς», λέει χαρακτηριστικά. Παρά ταύτα, δηλώνει αισιόδοξος: «Το ελαιόλαδο είναι βασικό τρόφιμο, δεν αντικαθίσταται. Χρειάζεται όμως ισορροπία στις τιμές, συλλογική δράση και branding, ώστε το ελληνικό ελαιόλαδο να “λέει κάτι” διεθνώς».
Το αποτύπωμα και η επόμενη μέρα
Αναλογιζόμενος τη διαδρομή των 43 ετών, μιλά για μια «θέση ευθύνης σε κρίσιμες φάσεις» και για έναν ρόλο συνδετικού κρίκου ανάμεσα στον πρωτογενή τομέα, τις επιχειρήσεις και την πολιτεία. «Δεν περιορίστηκα στην τυπική εκπροσώπηση. Προσπάθησα να συμβάλω στην οργάνωση και την εξέλιξη του τομέα». Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ένας τεχνοκράτης που δεν έχει ούτε ένα ελαιόδεντρο», όμως παραμένει παρών: στη στήριξη της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης και στη Λέσχη Φίλων Ελαιολάδου, την οποία συνίδρυσε πριν από 27 χρόνια. «Θα συνεχίσω να φωνάζω για τη σημασία και τη διαθρεπτική αξία αυτού του υγρού χρυσού».