Ένα από τα πιο διαδεδομένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο απώλειας της εγκυμοσύνης όταν χορηγείται σε υψηλότερες συνολικές δόσεις, σύμφωνα με νέα μελέτη. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην κιτρική κλομιφαίνη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες για την πρόκληση ωορρηξίας, και ανέλυσε 21.004 κύκλους μεταφοράς εμβρύων σε διαδικασίες εξωσωματικής γονιμοποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όσο αυξανόταν η συνολική ποσότητα του φαρμάκου που είχε λάβει μια γυναίκα σε προηγούμενους κύκλους θεραπείας, τόσο αυξανόταν και ο κίνδυνος ορισμένων δυσμενών εκβάσεων της εγκυμοσύνης. Η κιτρική κλομιφαίνη χρησιμοποιείται από εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως από το 1967 και παραμένει θεραπεία πρώτης γραμμής για την πρόκληση ωορρηξίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπογονιμότητας. Το φάρμακο δρα διεγείροντας τις ωοθήκες ώστε να απελευθερώσουν ωάρια και έτσι αυξάνει την πιθανότητα σύλληψης. Σε γυναίκες που δεν ανταποκρίνονται στις χαμηλότερες δόσεις ή χρειάζονται περισσότερους κύκλους θεραπείας, η συνολική έκθεση στο φάρμακο μπορεί να αυξηθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου.
Στη μελέτη, οι ερευνητές χώρισαν τις γυναίκες ανάλογα με τη συνολική ποσότητα κιτρικής κλομιφαίνης που είχαν λάβει. Στις γυναίκες που είχαν λάβει συνολικά 500 έως 749 mg, ο κίνδυνος αποβολής ήταν 12% υψηλότερος, ενώ για όσες είχαν λάβει 750 έως 999 mg ο κίνδυνος ήταν 38% υψηλότερος σε σύγκριση με τις χαμηλότερες συνολικές δόσεις. Η αύξηση του κινδύνου ακολουθούσε επομένως μια δοσοεξαρτώμενη πορεία, με τις υψηλότερες σωρευτικές δόσεις να συνδέονται με δυσμενέστερη έκβαση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η αύξηση της δόσης δεν έφερε αντίστοιχη αύξηση στην πιθανότητα γέννησης ζωντανού παιδιού. Αντίθετα, στις γυναίκες που είχαν λάβει συνολικά 750 mg ή περισσότερο, η πιθανότητα δίδυμης ή άλλης πολύδυμης κύησης ήταν υπερδιπλάσια. Οι πολύδυμες κυήσεις συνδέονται με περισσότερες επιπλοκές τόσο για τη μητέρα όσο και για τα παιδιά, γεγονός που προσθέτει ακόμη μία παράμετρο στην αξιολόγηση της σχέσης οφέλους και κινδύνου.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης αύξηση των ποσοστών αποβολής όσο αυξανόταν η συνολική δόση, ενώ στην υψηλότερη κατηγορία δόσης καταγράφηκε και πάνω από τριπλάσια συχνότητα θνησιγένειας. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο εύρημα οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η αύξηση δεν ήταν στατιστικά σημαντική, καθώς ο αριθμός των γυναικών που είχαν λάβει τόσο υψηλές δόσεις ήταν μικρός. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες ώστε να διαπιστωθεί εάν η συγκεκριμένη συσχέτιση επιβεβαιώνεται.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη θεραπεία
Η νέα μελέτη δεν υποστηρίζει ότι η κιτρική κλομιφαίνη είναι ακατάλληλη ως θεραπεία υπογονιμότητας. Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται αφορά τη σωρευτική έκθεση σε υψηλές δόσεις, ιδιαίτερα όταν η θεραπεία επαναλαμβάνεται σε πολλούς κύκλους. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μπορεί να υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η αύξηση της δόσης προσφέρει περιορισμένο πρόσθετο όφελος, ενώ παράλληλα αυξάνει τους πιθανούς κινδύνους. Η συγκεκριμένη έρευνα εντάσσεται σε μια σειρά μελετών που εξετάζουν εδώ και χρόνια την ασφάλεια της κιτρικής κλομιφαίνης. Προηγούμενη έρευνα της ίδιας ερευνητικής ομάδας είχε συνδέσει τη χρήση του φαρμάκου με αυξημένο κίνδυνο απώλειας εγκυμοσύνης, θνησιγένειας και περιγεννητικού θανάτου, ενώ πειράματα σε ποντίκια έδειξαν ότι υψηλότερες δόσεις συνδέονταν με λιγότερες επιτυχείς εγκυμοσύνες, απώλεια κύησης, περιορισμένη ανάπτυξη του εμβρύου και αναπτυξιακές ανωμαλίες. Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι γυναίκες δεν ανταποκρίνονται όλες με τον ίδιο τρόπο στην κιτρική κλομιφαίνη, γεγονός που ενισχύει το ενδιαφέρον για πιο εξατομικευμένες προσεγγίσεις στη δοσολογία. Παράλληλα, τονίζουν ότι οι γιατροί θα πρέπει να ακολουθούν τις υπάρχουσες συστάσεις ασφάλειας του φαρμάκου και να αποφεύγουν την άσκοπη αύξηση της συνολικής δόσης. Τα ευρήματα δεν αποτελούν λόγο για διακοπή μιας θεραπείας χωρίς ιατρική καθοδήγηση, αλλά προσθέτουν στοιχεία στη συζήτηση για το πόσο πρέπει να αυξάνεται η δόση όταν προηγούμενοι κύκλοι δεν έχουν οδηγήσει σε επιτυχία.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών, με χρηματοδότηση από το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας Υγείας και Ιατρικής της Αυστραλίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Ποια είναι η καλύτερη ώρα για να τρώμε ψάρια;
- Τιρζεπατίδη: Νέα μελέτη δείχνει μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος και άλλων καρδιαγγειακών επεισοδίων
- Ένα ποτήρι χυμός την ημέρα συνδέθηκε με καλύτερη διάθεση: Τι έδειξε νέα μελέτη
- «Είναι φυσιολογικό»: Η φράση του γιατρού που μπορεί να κάνει τον ασθενή να μην αναζητήσει θεραπεία
- «Food divorce»: Γιατί κάποια ζευγάρια επιλέγουν να μαγειρεύουν χωριστά
- Ψιλοκυβίνη: Μία μόνο δόση έφερε σημαντική βελτίωση σε δύσκολα περιστατικά κατάθλιψης