Πέντε εκατομμύρια τόνοι πλεονάσματος, τιμές κοντά στο μηδέν στη spot market και ένας κλάδος που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ακριβό κόστος και μειωμένη ζήτηση
Κάθε χρόνο, εκατομμύρια τόνοι πατάτας ξεκινούν από τα χωράφια της βόρειας Ευρώπης με προορισμό τα εργοστάσια κατεψυγμένης τηγανητής πατάτας. Για δεκαετίες, η ζήτηση αυξανόταν, οι εξαγωγές πολλαπλασιάζονταν και οι παραγωγοί επένδυαν σε ολοένα μεγαλύτερες εκτάσεις. Το 2026 αυτή η αλυσίδα έσπασε. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα μεγαλύτερα πλεονάσματα πατάτας των τελευταίων ετών, με εκτιμήσεις της αγοράς να αναφέρουν πλεόνασμα περίπου 5 εκατομμυρίων τόνων, ποσότητα ικανή να παράγει δεκάδες δισεκατομμύρια μερίδες τηγανητής πατάτας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τιμές στη spot market έφτασαν ουσιαστικά στο μηδέν, καθώς οι αγοραστές δεν είχαν ανάγκη για επιπλέον πρώτες ύλες και οι αποθήκες ήταν γεμάτες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κολλαγόνο σε σκόνη: Πώς επηρεάζει τον μεταβολισμό; Του Νίκου Ζορζοβίλη
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αυγά ή γιαούρτι για πρωινό; Τι λέει η επιστήμη για το ποιο χορταίνει περισσότερο και γιατί
Στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται το Βέλγιο, μια χώρα που, παρά τη σχετικά μικρή της έκταση, κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά κατεψυγμένης τηγανητής πατάτας με εξαγωγές που ξεπερνούν τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως και αντιστοιχούν σε πάνω από το 30% του παγκόσμιου εμπορίου. Τα βελγικά εργοστάσια εξάγουν πάνω από το 90% της παραγωγής τους σε περισσότερες από 150 χώρες, πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαταραχή στις διεθνείς αγορές τους χτυπά άμεσα και σκληρά.
Κόστη που δεν αναλογούν στις τιμές
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υπερπαραγωγή. Το κόστος των θαλάσσιων εμπορευματικών μεταφορών σε βασικές γραμμές Ευρώπης-Ασίας έχει αυξηθεί κατά 30% έως 50% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία. Οι τιμές ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία εξακολουθούν να κινούνται 40% έως 60% υψηλότερα από τον μέσο όρο της δεκαετίας του 2010, και αυτό μετράει πολύ σε ένα κλάδο που καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ενέργειας για επεξεργασία, κατάψυξη και αποθήκευση. Τα λιπάσματα παραμένουν 20% έως 40% ακριβότερα από πριν την ενεργειακή κρίση, και το κόστος καλλιέργειας ανά εκτάριο έχει αυξηθεί κατά 25% έως 35% τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο αλλά πραγματικό: ο παραγωγός δεν μπορεί να διαθέσει τη σοδειά του, αλλά ο τελικός καταναλωτής συνεχίζει να πληρώνει το ίδιο ή ακόμα ακριβότερα στο εστιατόριο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ένας νεκρός και επτά νοσηλείες από μολυσμένο τυρί – Αναστέλλεται η άδεια του τυροκομείου
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κωνσταντίνος Αντωνίου – Γευσήνους: «Η οργανωμένη εστίαση αποτελεί στρατηγικό εργαλείο φιλοξενίας»
Η γεωπολιτική εικόνα επιδεινώνει τα πράγματα περαιτέρω. Χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Αίγυπτος αυξάνουν σταθερά τις εξαγωγές κατεψυγμένης πατάτας, κερδίζοντας συμβόλαια σε αγορές της Μέσης Ανατολής και της Ασίας που παραδοσιακά ανήκαν στους Ευρωπαίους. Το μερίδιό τους παραμένει μικρότερο, αλλά μεγαλώνει με ταχείς ρυθμούς ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος. Και σε βάθος, οι καταναλωτές στρέφονται σταδιακά προς πιο υγιεινές επιλογές, ενώ η διάδοση φαρμάκων απώλειας βάρους που μειώνουν την όρεξη επηρεάζει και την κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων. Η ζήτηση συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά πολύ πιο αργά από ό,τι η προσφορά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Είναι το κρέας στον καταψύκτη σας πραγματικά ασφαλές;
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ο ποιοτικός ύπνος ξεκινά από το έντερο – Τι πρέπει να κάνετε για να κοιμάστε σαν πουλάκι
Υπάρχει και μια ιστορική ειρωνεία σε όλο αυτό. Το προϊόν που έχτισε αυτή τη βιομηχανική αυτοκρατορία είναι γνωστό παντού ως “French fries”, παραπέμποντας στη Γαλλία. Ωστόσο, η χώρα που έχει χτίσει τη μεγαλύτερη βιομηχανία κατεψυγμένης τηγανητής πατάτας στον κόσμο είναι το Βέλγιο. Οι Βέλγοι θεωρούν τις τηγανητές πατάτες μέρος της εθνικής τους ταυτότητας, με τα περίφημα friteries να αποτελούν πολιτιστικό θεσμό. Η επικράτηση του όνοματος “French fries” αποδίδεται σε Αμερικανούς στρατιώτες που γνώρισαν το προϊόν σε γαλλόφωνες βελγικές περιοχές. Το κράτος που συνέδεσε ολόκληρη τη βιομηχανική του ταυτότητα με μια τηγανητή πατάτα που φέρει ξένο όνομα βρίσκεται τώρα να αντιμετωπίζει την πιο δύσκολη αγορά των τελευταίων δεκαετιών.