Η προσπάθεια για μια πιο υγιεινή και βιώσιμη διατροφή αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Η αύξηση του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας, η ταυτόχρονη παρουσία πολλών μορφών υποσιτισμού και η σημαντική συμβολή των διατροφικών συστημάτων στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έχουν οδηγήσει τους επιστήμονες στην αναζήτηση πιο στοχευμένων λύσεων. Μια νέα διεθνής μελέτη υποστηρίζει ότι οι γενικές διατροφικές συστάσεις που βασίζονται μόνο σε εθνικούς μέσους όρους δεν αποτυπώνουν την πραγματική εικόνα. Οι άνθρωποι μέσα στην ίδια χώρα μπορεί να ακολουθούν πολύ διαφορετικά διατροφικά πρότυπα, με αποτέλεσμα να έχουν διαφορετικές επιπτώσεις τόσο στην υγεία όσο και στο περιβάλλον.
Η έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Food, παρουσιάζει το νέο εργαλείο MATILDA (Micro-Macro Assessment Tool to Identify Low-impact Dietary Actions), μια παγκόσμια βάση δεδομένων που συνδυάζει στοιχεία από έρευνες ατομικής διατροφής, δεδομένα πληθυσμών και πληροφορίες για τις εφοδιαστικές αλυσίδες τροφίμων σε 165 χώρες.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ανάλυση μόνο των μέσων όρων μιας χώρας μπορεί να αποκρύψει σημαντικές διαφορές μεταξύ των πολιτών. Το νέο μοντέλο έδειξε ότι οι διατροφές με το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα παρήγαγαν σχεδόν διπλάσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με εκείνες με το χαμηλότερο αποτύπωμα. Η διαφορά αυτή συνδέεται κυρίως με το είδος των τροφίμων που καταναλώνονται, αλλά και με κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι διατροφικές επιλογές δεν καθορίζονται αποκλειστικά από την προσωπική βούληση. Ο τόπος κατοικίας, το εισόδημα, το επίπεδο εκπαίδευσης, η πρόσβαση σε συγκεκριμένα τρόφιμα και το γενικό κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζουν σημαντικά το τι καταλήγει στο πιάτο των ανθρώπων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, κάθε βελτίωση κατά 5% στην ποιότητα της διατροφής, όπως αυτή αξιολογήθηκε με τον δείκτη Alternative Healthy Eating Index (AHEI), συνδέθηκε με μείωση κατά 7,7% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με τη διατροφή, αλλά και με χαμηλότερη χρήση νερού και γης. Παράλληλα, οι διατροφές που περιείχαν μεγαλύτερη αναλογία φυτικών τροφίμων παρουσίασαν σταθερά μικρότερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο διατροφής που μπορεί να εφαρμοστεί παντού, αλλά ότι η αύξηση της κατανάλωσης φυτικών τροφίμων αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του περιβαλλοντικού φορτίου.
Η βιώσιμη διατροφή χρειάζεται πιο στοχευμένες πολιτικές
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι δεν υπάρχει μία λύση που να ταιριάζει σε όλους τους πληθυσμούς. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές για τη διατροφή πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες στις οποίες ζουν οι άνθρωποι και όχι να αντιμετωπίζουν ολόκληρες χώρες σαν να έχουν ενιαίες διατροφικές συνήθειες. Το εργαλείο MATILDA επιτρέπει στους ερευνητές και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να εντοπίζουν ποιες ομάδες πληθυσμού έχουν το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα αλλά και ποιες μπορεί να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγιεινές επιλογές.
Οι συγγραφείς της μελέτης αναφέρουν ότι οι μελλοντικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν εκστρατείες ενημέρωσης, κίνητρα για πιο υγιεινές επιλογές στα καταστήματα τροφίμων, αλλά και ευρύτερα μέτρα όπως φορολογικές πολιτικές και ρυθμίσεις στην αγορά τροφίμων. Ωστόσο, τονίζουν ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να σχεδιάζονται με προσοχή, ώστε να μην επιβαρύνουν περισσότερο τις κοινωνικές ομάδες που ήδη αντιμετωπίζουν οικονομικούς περιορισμούς. Μια πολιτική που λειτουργεί σε μια περιοχή ή πληθυσμιακή ομάδα μπορεί να μην έχει το ίδιο αποτέλεσμα σε μια άλλη.