Η ψυχολογική επίπτωση της εξωσωματικής γονιμοποίησης σε γυναίκες και άνδρες: Τι δείχνει η διεθνής επιστημονική έρευνα
Η εξωσωματική γονιμοποίηση έχει καθιερωθεί ως βασική ιατρική πρακτική για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας, όμως το ψυχολογικό της αποτύπωμα παραμένει βαριά υποτιμημένο. Μια εκτενής συστηματική ανασκόπηση έρχεται να αποτυπώσει με σαφήνεια το εύρος και τη διάρκεια της ψυχολογικής επιβάρυνσης που βιώνουν γυναίκες και άνδρες καθ’ όλη τη διαδρομή της εξωσωματικής, από τον προγραμματισμό μέχρι και τα χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας.
Η μελέτη εκπονήθηκε από ερευνητές του Τμήματος Μαιευτικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Healthcare. Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση 47 ερευνητικών μελετών που δημοσιεύθηκαν την περίοδο 2000–2023 και εξετάζουν τις ψυχολογικές επιπτώσεις της εξωσωματικής γονιμοποίησης με έμφαση στις διαφορές μεταξύ των φύλων.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι το ψυχολογικό φορτίο εμφανίζεται ήδη από το στάδιο του προγραμματισμού της θεραπείας. Άγχος, συναισθηματική πίεση, ανησυχία για την έκβαση και μείωση της ποιότητας ζωής καταγράφονται πριν καν ξεκινήσει η ιατρική διαδικασία. Οι γυναίκες εμφανίζουν σταθερά υψηλότερα επίπεδα άγχους και συναισθηματικής έντασης σε σύγκριση με τους άνδρες, ενώ εμπλέκονται περισσότερο γνωστικά και συναισθηματικά στη διαδικασία, γεγονός που συνδέεται με αυξημένη ψυχολογική φθορά.
Κατά την έναρξη και τη διάρκεια της εξωσωματικής, η ψυχολογική επιβάρυνση εντείνεται. Οι φάσεις της ωοληψίας, της εμβρυομεταφοράς και κυρίως η περίοδος αναμονής μέχρι το τεστ κύησης αναδεικνύονται ως οι πιο στρεσογόνες. Σε όλα τα στάδια της θεραπείας καταγράφονται αυξημένα επίπεδα άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων και στα δύο φύλα, με τις γυναίκες να εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερη ένταση, μεγαλύτερη συναισθηματική εξάντληση και χαμηλότερη ποιότητα ζωής. Οι άνδρες, αν και δηλώνουν χαμηλότερη συνολική δυσφορία, επηρεάζονται κυρίως από την οικονομική πίεση, την αβεβαιότητα και την ψυχική κατάσταση της συντρόφου τους.
Η αποτυχία της θεραπείας συνδέεται με έντονη και παρατεταμένη ψυχολογική επιβάρυνση, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Μελέτες που παρακολούθησαν συμμετέχοντες μετά από ανεπιτυχή κύκλο εξωσωματικής δείχνουν αύξηση άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων χωρίς ουσιαστική υποχώρηση ακόμη και μήνες μετά το τέλος της διαδικασίας. Σε σημαντικό ποσοστό γυναικών καταγράφεται εμμένουσα υποκλινική ψυχολογική δυσφορία, ανεξάρτητα από τη συνέχιση ή μη της θεραπείας.
Αντίθετα, σε περιπτώσεις επιτυχούς κύησης μέσω εξωσωματικής, το άγχος δεν εξαφανίζεται αλλά μετασχηματίζεται. Οι γυναίκες εμφανίζουν αυξημένη ανησυχία για απώλεια της κύησης, κυρίως στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης, ενώ στους άνδρες καταγράφεται σταδιακή αύξηση ανησυχίας για την υγεία και την ασφάλεια του παιδιού. Τα επίπεδα κατάθλιψης μετά από επιτυχή εξωσωματική δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνα ζευγαριών που συνέλαβαν φυσικά.
Η μακροχρόνια ψυχολογική επίδραση της εξωσωματικής εξαρτάται καθοριστικά από το αν το ζευγάρι αποκτήσει παιδί. Άτομα που παραμένουν άτεκνα μετά από αποτυχημένες προσπάθειες εμφανίζουν χαμηλότερη ποιότητα ζωής, υψηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και μειωμένη ψυχική συνοχή ακόμη και χρόνια μετά. Οι γυναίκες αναφέρουν συχνότερα πλήγμα στην αυτοεικόνα και αίσθημα απώλειας, ενώ οι άνδρες επικεντρώνονται περισσότερο σε πρακτικά ζητήματα και εναλλακτικές λύσεις όπως η υιοθεσία.
Η ανασκόπηση καταλήγει σε μια σαφή καταγραφή: η εξωσωματική γονιμοποίηση δεν είναι μόνο ιατρική πράξη αλλά μια μακρά ψυχολογική δοκιμασία, με δυσανάλογο βάρος για τις γυναίκες και με επιπτώσεις που συχνά υπερβαίνουν το χρονικό όριο της θεραπείας. Οι συγγραφείς επισημαίνουν την ανάγκη ενσωμάτωσης συστηματικής ψυχολογικής υποστήριξης σε όλα τα στάδια της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, βασισμένης σε τεκμηριωμένα δεδομένα και όχι σε αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη πατήστε ΕΔΩ
Αναφορά: Γραμμένου Μαρία, Βασιλική Μίχου, Αικατερίνη Ίτζιου, Αρσένιος Τσιότσιας, και Παναγιώτης Εσκιτζής. 2026. «The Psychological Impact of In Vitro Fertilization (IVF): A Gener Systematic Review»
Healthcare 14, αρ. 3: 375. https://doi.org/10.3390/healthcare14030375