Η άνοια που εμφανίζεται πρώιμα πριν από τα 65 έτη συνδέεται με μειωμένη παραγωγικότητα στην εργασία έως και 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας «Neurology». Ως άνοια πρώιμης έναρξης ορίζεται κάθε μορφή άνοιας που διαγιγνώσκεται σε άτομα ηλικίας κάτω των 65 ετών.
Στη συγκεκριμένη μελέτη συμμετείχαν 793 άτομα που διαγνώστηκαν με άνοια πρώιμης έναρξης σε δύο νοσοκομεία της Φινλανδίας μέσα σε διάστημα δώδεκα ετών. Οι ερευνητές τα συνέκριναν με 7.926 άτομα αντίστοιχης ηλικίας και φύλου που δεν είχαν άνοια.
Οι ερευνητές αξιοποίησαν εθνικά μητρώα για να συλλέξουν στοιχεία σχετικά με το μορφωτικό επίπεδο, άλλα προβλήματα υγείας και τα φορολογικά δεδομένα των συμμετεχόντων, ώστε να υπολογίσουν τα εισοδήματά τους. Η απώλεια παραγωγικότητας εκτιμήθηκε συγκρίνοντας το μέσο ετήσιο εισόδημα των ατόμων με άνοια με εκείνο των ατόμων χωρίς άνοια, λαμβάνοντας υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως η εκπαίδευση και άλλες ιατρικές παθήσεις.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα άτομα με άνοια πρώιμης έναρξης εμφάνιζαν σταδιακά αυξανόμενη απώλεια παραγωγικότητας ήδη έως και 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της μελέτης, η μέση απώλεια παραγωγικότητας ανά άτομο ανήλθε σε 74.577 ευρώ ανά άτομο, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 12.000 ευρώ ετησίως.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η χρονική στιγμή κατά την οποία άρχισε να μειώνεται η παραγωγικότητα διέφερε ανάλογα με τον τύπο της άνοιας. Για παράδειγμα, στα άτομα με Αλτσχάιμερ η μέση απώλεια παραγωγικότητας άρχισε περίπου έξι χρόνια πριν από τη διάγνωση, ενώ στα άτομα με μετωποκροταφική άνοια η απώλεια εμφανίστηκε έντεκα χρόνια πριν από τη διάγνωση.
«Τα ευρήματα αυτά μπορούν εν μέρει να εξηγηθούν από καθυστερήσεις στη διάγνωση της νόσου, που παρατείνουν το διάστημα κατά το οποίο τα συμπτώματα παραμένουν αδιάγνωστα, και αναδεικνύουν τις μακροχρόνιες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της άνοιας πρώιμης έναρξης», σημειώνει ο νευρολόγος Έινο Σόλτζε από το φινλανδικό πανεπιστήμιο «University of Eastern Finland» στο Κουόπιο.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι, επειδή πρόκειται για αναδρομική μελέτη, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Προτείνουν, ωστόσο, μελλοντικές μελέτες που θα παρακολουθούν διαχρονικά τις αλλαγές στις γνωστικές λειτουργίες με νευροψυχολογικές δοκιμασίες, καθώς και την ανάπτυξη παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να προλάβουν ή να επιβραδύνουν τη μείωση της εργασιακής παραγωγικότητας.
Μ.Κουζινοπούλου ΑΠΕ-ΜΠΕ