Η παρουσία ενός νέου ξενικού είδους στρειδιού στις ελληνικές θάλασσες επιβεβαιώθηκε επιστημονικά έπειτα από συνδυασμό μορφολογικών και γενετικών αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν σε δείγματα από την Κρήτη. Η μελέτη τεκμηριώνει την εγκατάσταση του Isognomon bicolor στην ανατολική Μεσόγειο και καταγράφει για πρώτη φορά αναλυτικά πληθυσμούς του είδους στις ακτές της Κρήτης, προσθέτοντας νέα δεδομένα για τη βιοποικιλότητα των ελληνικών θαλασσών και την εξάπλωση ξενικών θαλάσσιων οργανισμών.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος, του Πανεπιστημίου Πατρών και ανεξάρτητους ερευνητές και δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Animals της MDPI στις 22 Ιουλίου 2026 με τίτλο «New Records of Isognomon Species from Crete, Greece; Evidence from Adult Specimens and Additional DNA Barcodes».
Το γένος Isognomon περιλαμβάνει δίθυρα μαλάκια της οικογένειας Isognomonidae, τα οποία συγγενεύουν με τα στρείδια. Τα είδη αυτά απαντώνται κυρίως σε τροπικές και υποτροπικές θάλασσες, Ινδικό, Ατλαντικό, Ειρηνικό Ωκεανό, με την υψηλότερη ποικιλομορφία τους να αναφέρεται στον Ινδο-Δυτικό Ειρηνικό, όπου προσκολλώνται σε βραχώδεις ακτές, ύφαλους, μαγκρόβια, πλωτά αντικείμενα και τεχνητές κατασκευές. Τα κελύφη τους παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία σχημάτων, γεγονός που δυσκολεύει την αναγνώριση μόνο με βάση τα μορφολογικά χαρακτηριστικά.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια τα είδη του γένους Isognomon εμφανίζονται ολοένα συχνότερα στη Μεσόγειο. Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, η μεταφορά οργανισμών μέσω της ναυσιπλοΐας, η επικάθιση σε κύτη πλοίων, τα ύδατα έρματος και η μεταφορά με πλωτά αντικείμενα συγκαταλέγονται στους κυριότερους μηχανισμούς που διευκολύνουν την εγκατάσταση μη αυτόχθονων ειδών στη λεκάνη της Μεσογείου.
Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μελέτης συλλέχθηκαν συνολικά 40 άτομα Isognomon τον Αύγουστο του 2023 από τρεις περιοχές της Κρήτης, την Κίσσαμο Χανίων, την Αγία Πελαγία Ηρακλείου και την Ιεράπετρα Λασιθίου. Τα δείγματα εντοπίστηκαν σε βραχώδεις σχισμές και κάτω από πέτρες, σε μικρά βάθη, και εξετάστηκαν τόσο ως προς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του κελύφους όσο και με μοριακές τεχνικές που βασίστηκαν σε δείκτες DNA.
Η μορφολογική αναγνώριση από μόνη της δεν ήταν αρκετή για την ασφαλή διάκριση των ειδών, καθώς τα κελύφη μεταβάλλονται σημαντικά ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό οι επιστήμονες πραγματοποίησαν αναλύσεις με μιτοχονδριακούς γενετικούς δείκτες COI και 16S rRNA, καθώς και με τον πυρηνικό δείκτη 28S rRNA, ώστε να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα των δειγμάτων.
Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι το Isognomon bicolor έχει πλέον εγκατασταθεί στην ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα εντοπίστηκαν άτομα με μορφολογικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στο Isognomon australicus, όμως οι γενετικές αναλύσεις τα κατέταξαν σε ένα σύμπλεγμα συγγενικών ειδών, γνωστό ως I. legumen–I. aff. legumen, χωρίς να είναι δυνατή η οριστική ταξινομική τους ταυτοποίηση με τα διαθέσιμα γενετικά δεδομένα.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η ταξινόμηση των ειδών του γένους Isognomon αποτελεί ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία. Η μορφή και το πάχος του κελύφους επηρεάζονται από τον κυματισμό, τη διαθεσιμότητα τροφής και τις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες, ενώ διαφορετικά είδη μπορεί να εμφανίζουν πολύ παρόμοια εξωτερικά χαρακτηριστικά. Η χρήση της γενετικής ανάλυσης αποτελεί πλέον απαραίτητο εργαλείο για την αξιόπιστη αναγνώριση αυτών των οργανισμών. Οι πληθυσμοί του Isognomon βρέθηκαν σχηματίζοντας ομάδες επάνω σε βραχώδεις σχηματισμούς, σε περιοχές με διαφορετικές υδροδυναμικές συνθήκες τόσο στη βόρεια όσο και στη νότια Κρήτη. Η κατανομή αυτή δείχνει ότι το είδος μπορεί να εγκαθίσταται σε διαφορετικούς παράκτιους οικοτόπους του νησιού.
Οι μορφομετρικές αναλύσεις έδειξαν ότι ορισμένες διαστάσεις του κελύφους, όπως το πλάτος, το μήκος του συνδέσμου και το ύψος της μαργαριτοφόρου επιφάνειας, παρουσιάζουν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των εξεταζόμενων ομάδων, χωρίς όμως να επιτρέπουν πάντοτε ασφαλή αναγνώριση μόνο από την εξωτερική μορφολογία, καθώς παρατηρείται σημαντική επικάλυψη των χαρακτηριστικών.
Οι γενετικές αναλύσεις επιβεβαίωσαν την ταυτότητα του Isognomon bicolor με πολύ υψηλή ομοιότητα προς τις αλληλουχίες αναφοράς που υπάρχουν στις διεθνείς γενετικές βάσεις δεδομένων. Αντίθετα, τα δείγματα που αναγνωρίστηκαν αρχικά ως Isognomon australicus εμφάνισαν πολύ μεγαλύτερη γενετική συγγένεια με το σύμπλεγμα I. legumen–I. aff. legumen, γεγονός που υποδεικνύει ότι απαιτούνται πρόσθετα πυρηνικά και γονιδιωματικά δεδομένα για την πλήρη επίλυση της ταξινομικής τους θέσης.
Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι τα νέα μορφολογικά και γενετικά στοιχεία διευρύνουν τις διαθέσιμες πληροφορίες για τους πληθυσμούς του γένους Isognomon στην ανατολική Μεσόγειο και συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση της εξάπλωσης των ξενικών θαλάσσιων ειδών στις ελληνικές ακτές. Η τεκμηριωμένη καταγραφή του Isognomon bicolor στην Κρήτη προσθέτει ένα ακόμη είδος στον κατάλογο των μη αυτόχθονων οργανισμών που έχουν εγκατασταθεί στις ελληνικές θάλασσες και ενισχύει τη γνώση για τις μεταβολές που καταγράφονται στη θαλάσσια βιοποικιλότητα της Μεσογείου.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2076-2615/16/14/2277
Αναφορά: Kyriakos, Papavasileiou, Giagkazoglou Zoi, Karagianni Athanasia, Sidiropoulou Dimitra, Loukovitis Dimitrios, Imsiridou Anastasia, Manousis Thanasis, and Galinou-Mitsoudi Sofia. 2026. “New Records of Isognomon Species from Crete, Greece; Evidence from Adult Specimens and Additional DNA Barcodes” Animals 16, no. 14: 2277. https://doi.org/10.3390/ani16142277