Η νοθεία του μελιού εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την αγορά τροφίμων στην Ευρώπη, επηρεάζοντας τόσο την εμπιστοσύνη των καταναλωτών όσο και τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγών. Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις, η ανεξάρτητη, μη κερδοσκοπική οργάνωση προστασίας των καταναλωτών, η οποία δραστηριοποιείται σε θέματα διατροφής, ασφάλειας τροφίμων, διαφάνειας και δικαιωμάτων των καταναλωτών, Foodwatch επανέρχεται στο θέμα παρουσιάζοντας τα δεδομένα για την έκταση του φαινομένου, τις αλλαγές που εισάγονται στην επισήμανση του μελιού και τα μέτρα που, σύμφωνα με την ίδια, εξακολουθούν να απαιτούνται για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της απάτης στον κλάδο.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελληνικά ψάρια με υψηλά επίπεδα υδραργύρου – Ειδοποίηση της Ιταλίας στο RASFF για σοβαρό κίνδυνο
Σύμφωνα με την Foodwatch, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο την έκταση της νοθείας στο εισαγόμενο μέλι μέσω της επιχείρησης ελέγχων «From the Hives». Στην έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2023 διαπιστώθηκε ότι από τα 320 δείγματα εισαγόμενου μελιού που εξετάστηκαν από το Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 46% θεωρήθηκε ύποπτο για νοθεία. Τα δείγματα αυτά φέρονται να περιείχαν σιρόπια ζάχαρης προερχόμενα από ρύζι, σιτάρι ή ζαχαρότευτλα, γεγονός που παραβιάζει την ευρωπαϊκή νομοθεσία για το μέλι, σύμφωνα με την οποία στο προϊόν δεν επιτρέπεται η προσθήκη άλλων συστατικών.
Περισσότεροι από 58.000 πολίτες έχουν ήδη υπογράψει την εκστρατεία «#DuFauxPourDeVrai», με αίτημα την ενίσχυση της διαφάνειας απέναντι στην απάτη στα τρόφιμα και την καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών όταν εντοπίζονται παράνομα ή μη συμμορφούμενα προϊόντα. Η Οργάνωση επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πρακτική δεν συνδέεται απαραίτητα με άμεσο κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών, καθώς τα σιρόπια αυτά δεν θεωρούνται επικίνδυνα για κατανάλωση. Ωστόσο, πρόκειται για παράνομη πρακτική που παραπλανά τον αγοραστή, αλλοιώνει την πραγματική φύση του προϊόντος και δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των νόμιμων παραγωγών και των μελισσοκόμων.
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει η οργάνωση αφορά τη διαχείριση των περιστατικών νοθείας. Όπως αναφέρει, όταν εντοπίζονται μη συμμορφούμενα προϊόντα χωρίς να υφίσταται κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, οι ισχύοντες κανόνες δεν υποχρεώνουν τις αρχές ή τις επιχειρήσεις να ενημερώνουν το καταναλωτικό κοινό ούτε να προχωρούν σε δημόσιες ανακλήσεις. Ως αποτέλεσμα, προϊόντα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές μπορούν να έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά χωρίς οι καταναλωτές να γνωρίζουν ότι ήταν αντικείμενο ελέγχου ή διαπίστωσης νοθείας.
Σημαντικές αλλαγές έχουν πλέον θεσπιστεί στην επισήμανση του μελιού μέσω της ευρωπαϊκής οδηγίας για τα λεγόμενα «Breakfast Directives», η οποία εφαρμόζεται από τις 14 Ιουνίου 2026. Σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις, κάθε συσκευασία μελιού που διατίθεται στην ευρωπαϊκή αγορά πρέπει να αναγράφει ευδιάκριτα τη χώρα ή τις χώρες στις οποίες συλλέχθηκε το μέλι. Όταν ένα προϊόν αποτελεί μείγμα μελιών διαφορετικής προέλευσης, η ετικέτα οφείλει να αναφέρει και το ποσοστό συμμετοχής κάθε χώρας στο τελικό προϊόν. Η πληροφορία αυτή πρέπει να εμφανίζεται στο κύριο οπτικό πεδίο της συσκευασίας, διευκολύνοντας τον καταναλωτή να γνωρίζει την πραγματική προέλευση του περιεχομένου.
Η νέα επισήμανση αντικαθιστά τις γενικές αναφορές όπως «μείγμα μελιών ΕΕ» ή «μείγμα μελιών ΕΕ και εκτός ΕΕ», οι οποίες δεν επέτρεπαν στον αγοραστή να γνωρίζει από ποιες χώρες προερχόταν το προϊόν. Η μεγαλύτερη διαφάνεια μπορεί να βοηθήσει τους καταναλωτές να πραγματοποιούν πιο ενημερωμένες επιλογές, ενώ παράλληλα ενισχύει την προβολή της πραγματικής προέλευσης των προϊόντων.
Παρά τις αλλαγές στην επισήμανση, η οργάνωση εκτιμά ότι το πρόβλημα της νοθείας δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά μέσω των ετικετών. Όπως υποστηρίζει, απαιτούνται περισσότεροι έλεγχοι στις εισαγωγές, επαρκείς εργαστηριακοί πόροι και ευρύτερη αξιοποίηση σύγχρονων αναλυτικών μεθόδων που μπορούν να εντοπίζουν αποτελεσματικότερα τις περιπτώσεις νοθείας οι οποίες δεν ανιχνεύονται με τις συμβατικές διαδικασίες.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, τις εταιρείες τυποποίησης, τους εισαγωγείς και τους λιανοπωλητές, οι νέες απαιτήσεις συνεπάγονται αυξημένες υποχρεώσεις ως προς την ιχνηλασιμότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που εμφανίζονται στις συσκευασίες. Η τεκμηρίωση της προέλευσης κάθε παρτίδας και η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις επισήμανσης αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία της διαχείρισης της ποιότητας και της συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.
Για τους καταναλωτές, η προσεκτική ανάγνωση της ετικέτας αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο ενημέρωσης. Η αναγραφή των χωρών προέλευσης και των αντίστοιχων ποσοστών επιτρέπει την καλύτερη αξιολόγηση του προϊόντος πριν από την αγορά. Παράλληλα, η επιλογή προϊόντων από επιχειρήσεις που παρέχουν σαφείς πληροφορίες για την προέλευση και εφαρμόζουν συστήματα ιχνηλασιμότητας μπορεί να συμβάλει στη μεγαλύτερη διαφάνεια της αγοράς.
Η Foodwatch υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση της νοθείας στο μέλι απαιτεί συνδυασμό αποτελεσματικότερων ελέγχων, σύγχρονων εργαστηριακών μεθόδων και μεγαλύτερης διαφάνειας προς τους καταναλωτές. Σύμφωνα με την οργάνωση, η υποχρεωτική αναγραφή της πραγματικής προέλευσης του μελιού αποτελεί σημαντική πρόοδο, χωρίς όμως να αρκεί από μόνη της για την εξάλειψη ενός φαινομένου που εξακολουθεί να απασχολεί τις ευρωπαϊκές αρχές και την αγορά τροφίμων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Ψωμί του τοστ: Μαζική ανάκληση 4 προϊόντων από μεγάλα σουπερμάρκετ λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε υδροκυάνιο
- Μαρούλι πίσω από την μεγάλη επιδημία διάρροιας, εμετών και αφυδάτωσης με 7.000 κρούσματα – Η ανακοίνωση μεγάλου Fast food
- Ελλάδα: Κίνδυνος για τη δημόσια υγεία από παράνομα συμπληρώματα – Κατασχέθηκαν 4.712 σκευάσματα
- Ανακαλείται γιαούρτι μεγάλης εταιρείας λόγω S. aureus – Ένα σπάνιο περιστατικό επιμόλυνσης με σταφυλόκοκκο σε εμπορικό γιαούρτι
- Εμφιαλωμένο νερό: Επείγουσα ανάκληση λόγω μούχλας – Πώς μπορεί να συμβεί η επιμόλυνση και ποιοι είναι οι κίνδυνοι για την υγεία
- Ένα από τα πλέον διαδεδομένα πρόσθετα τροφίμων συνδέεται με φλεγμονή στο παχύ έντερο σε νέα μελέτη