Εργαστηριακή ανάλυση σε κάψουλες που κατασχέθηκαν από την παράνομη αγορά, έδειξε ότι περιείχαν βιολογικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων σαφών ενδείξεων για ενώσεις που προέρχονται από το αίμα
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραποίηση φαρμακευτικών προϊόντων και συμπληρωμάτων διατροφής αποτελεί πλέον αναγνωρισμένη απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς η ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, η διασυνοριακή διακίνηση και η ανεπαρκής εποπτεία ορισμένων «εναλλακτικών» σκευασμάτων δυσχεραίνουν τον έλεγχο και την ιχνηλασιμότητα, με τα συμπληρώματα που προβάλλονται ως «φυσικά» ή «αναγεννητικά» να συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες κατηγορίες λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης και ασαφούς επισήμανσης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Έτρωγε 3 αυγά κάθε μέρα – Δείτε τι έγινε μετά από μία εβδομάδα
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ: Δύο νέα πρόστιμα σε καταστήματα στον Άγιο Δημήτριο και στον Ασπρόπυργο
Ταυτόχρονα, οι βιομηχανίες θρεπτικών συστατικών και καλλυντικών αξιοποιούν ολοένα και περισσότερο ασυνήθιστες βιολογικές πρώτες ύλες, όπως εκχυλίσματα πλακούντα, παράγωγα αίματος και κέρατο ελαφιού, προωθώντας τα προϊόντα αυτά ως πλούσια σε βιοδραστικά μόρια με ισχυρισμούς για ενίσχυση ζωτικότητας, αναγέννηση ιστών και βελτίωση της σεξουαλικής απόδοσης, παρά το γεγονός ότι τα διαθέσιμα επιστημονικά και κλινικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα. Πέρα από την αμφίβολη αποτελεσματικότητα, τέτοιου τύπου συμπληρώματα εγείρουν σοβαρά ηθικά και κανονιστικά ζητήματα, καθώς ενέχουν κινδύνους μετάδοσης παθογόνων, έλλειψης ιχνηλασιμότητας και ακούσιας έκθεσης σε ορμονικά ή βιολογικά ενεργές ουσίες, γεγονός που έχει οδηγήσει ρυθμιστικές αρχές διεθνώς να προειδοποιούν επανειλημμένα για προϊόντα με υποσχέσεις που δεν μπορούν να υποστηριχθούν επιστημονικά.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σκληρό ή μαλακό στρώμα για τον πόνο στη μέση; Νευροχειρουργός καταρρίπτει 8 μύθους για την οσφυαλγία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σε ποιον ανήκει το κοτόπουλο που τρώμε; Μελέτη χαρτογραφεί την εταιρική ισχύ πίσω από το πιο καταναλισκόμενο κρέας παγκοσμίως
Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Molecules, έδωσε μία εικόνα, που θυμίζει σκηνή από αστυνομικό δελτίο και όχι από την αγορά «ευεξίας». Αδιαφανείς, σκούρες κόκκινες κάψουλες, χωρίς καμία ένδειξη προέλευσης, χωρίς όνομα κατασκευαστή, χωρίς αριθμό παρτίδας. Διακινούνταν ως «θεραπευτικά» και «αναγεννητικά» συμπληρώματα διατροφής, αλλά επειδή ήταν αδύνατο να φανεί εκ πρώτης όψεως τι περιέχουν, κατασχέθηκαν από τις διωκτικές αρχές στην Πολωνία στο πλαίσιο ποινικής έρευνας και παραδόθηκαν σε κρατικό εργαστήριο φαρμάκων για ανάλυση. Μάλιστα η υπόθεση που εξετάζεται στη συγκεκριμένη μελέτη δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που καταγράφεται συστηματικά στην καθημερινή εγκληματολογική πρακτική.
Οι κάψουλες είχαν κατασχεθεί ως αποδεικτικά στοιχεία και παραδόθηκαν σε κρατικό εργαστήριο φαρμάκων για εργαστηριακό έλεγχο. Όλα τα δείγματα ήταν ανώνυμα και δεν συνδέονταν με αναγνωρίσιμα άτομα, χωρίς να εμπλέκονται προσωπικά ή κλινικά δεδομένα. Οι αναλύσεις περιορίστηκαν αυστηρά στον χημικό και μικροσκοπικό χαρακτηρισμό του περιεχομένου των καψουλών, χωρίς να διεξαχθούν πειράματα σε ανθρώπους ή ζώα.
Η πρώτη φάση της διερεύνησης αφορούσε τη μακροσκοπική αξιολόγηση. Οι κάψουλες ήταν μαλακές, ζελατινώδεις, αδιαφανείς και ομοιόμορφες εξωτερικά, με σκούρο κόκκινο χρώμα. Δεν έφεραν καμία σήμανση, λογότυπο ή στοιχείο παρτίδας, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την ταυτοποίηση προέλευσης ή κατασκευαστή. Με το άνοιγμα της κάψουλας, το περιεχόμενο παρουσίαζε εντελώς διαφορετική εικόνα: μια πυκνή, παχύρρευστη μάζα ερυθροκαφέ χρώματος, με ανομοιογενή υφή, εμφανή συσσωματώματα και στερεοποιημένα σωματίδια. Η εικόνα αυτή δεν συνάδει με τις τεχνολογικές και φυσικές προδιαγραφές νόμιμων softgel συμπληρωμάτων, στα οποία το περιεχόμενο είναι συνήθως ομοιογενές και σταθερό.
Η μικροσκοπική ανάλυση ανέδειξε περαιτέρω ανωμαλίες. Με οπτική μικροσκοπία παρατηρήθηκαν σωματίδια διαφορετικού μεγέθους και μορφολογίας, με τάση σχηματισμού συσσωματωμάτων. Περαιτέρω ανάλυση, αποκάλυψε την παρουσία πυρήνων κυττάρων με κατεστραμμένες μεμβράνες, στοιχείο που υποδηλώνει ύπαρξη κυτταρικού υλικού βιολογικής προέλευσης. Η άμεση εκπομπή φωτός μετά την επαφή του αντιδραστηρίου με το δείγμα υποδήλωνε παρουσία ενώσεων με υπεροξειδασική δράση, χαρακτηριστική του αίματος. Αν και η μέθοδος αυτή θεωρείται προκαταρκτική, τα αποτελέσματά της συνέκλιναν με τα μικροσκοπικά ευρήματα.
Το κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο προήλθε από την ανάλυση υγρής χρωματογραφίας σε συνδυασμό με φασματομετρία μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας. Σε συγκεκριμένο χρόνο κατακράτησης ανιχνεύθηκε μόριο με λόγο μάζας προς φορτίο που αντιστοιχεί με εξαιρετική ακρίβεια στην αίμη Β, το σιδηροπορφυρινικό σύμπλοκο που αποτελεί τον πυρήνα της αιμοσφαιρίνης. Το ισοτοπικό αποτύπωμα του σιδήρου και τα χαρακτηριστικά θραύσματα κατά τη διάσπαση του μορίου επιβεβαίωσαν την ταυτότητά του. Η αίμη ανιχνεύθηκε σε ελεύθερη μορφή, χωρίς προηγούμενη πρωτεολυτική επεξεργασία, γεγονός που δεν συνάδει με φυτικά υλικά αλλά είναι τυπικό για κατάλοιπα αίματος. Η συνδυαστική εικόνα ήταν σαφής: λιπιδικό υπόστρωμα, κυτταρικά υπολείμματα και ελεύθερη αίμη. Τα δεδομένα από ανεξάρτητες τεχνικές συνέκλιναν στο ίδιο συμπέρασμα ως προς τη φύση του υλικού, χωρίς να απαιτείται γενετική ταυτοποίηση, η οποία δεν κατέστη εφικτή λόγω έλλειψης επαρκούς δείγματος.
Αυτή η έρευνα έδειξε ότι οι μη επισημασμένες κάψουλες που κατασχέθηκαν από την παράνομη αγορά, περιείχαν βιολογικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων σαφών ενδείξεων για ενώσεις που προέρχονται από το αίμα. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο βασικός κίνδυνος που συνδέεται με τις συγκεκριμένες κάψουλες αφορά τη δυνητική μεταδοτικότητα του περιεχομένου τους, καθώς η ανίχνευση κυτταρικού υλικού και αιμογενούς υπολείμματος άγνωστης προέλευσης σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η παρουσία παθογόνων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων μικροοργανισμών που μεταδίδονται μέσω αίματος, σε απουσία οποιασδήποτε ένδειξης αποστείρωσης, ελέγχου ή ιχνηλασιμότητας.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν επίσης ότι, σε θεωρητικό επίπεδο, τέτοιο υλικό θα μπορούσε να σχετίζεται ακόμη και με παράγοντες μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, τονίζοντας ότι πρόκειται για υποθετικό αλλά υπαρκτό βιοασφαλιστικό προβληματισμό. Παράλληλα, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ νόμιμων ζωικών προϊόντων που υπόκεινται σε αυστηρούς κτηνιατρικούς και υγειονομικούς ελέγχους και βιολογικών παρασκευασμάτων που πωλούνται ως «θεραπευτικά» ή «αναγεννητικά» συμπληρώματα χωρίς καμία εγγύηση ελέγχου παθογόνων, αποστείρωσης ή προέλευσης. Η μελέτη υπογραμμίζει ακόμη τον κίνδυνο ακούσιας έκθεσης των καταναλωτών σε βιολογικά ενεργές ή δυνητικά ορμονικά δραστικές ενώσεις που μπορεί να περιέχονται σε αιμογενές υλικό, χωρίς γνώση της συγκέντρωσης ή της βιολογικής τους δράσης, καταλήγοντας ότι η κατανάλωση τέτοιων μη επισημασμένων βιολογικών παρασκευασμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής από πλευράς δημόσιας υγείας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για ισχυρότερη κανονιστική εποπτεία και στενότερη συνεργασία μεταξύ αναλυτικών εργαστηρίων, υγειονομικών αρχών και υπηρεσιών επιβολής του νόμου για την προστασία των καταναλωτών από μη επαληθευμένα και δυνητικά επικίνδυνα υλικά. Η ροή εργασίας που παρουσιάζεται στη μελέτη, μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα στην καθημερινή εγκληματολογική ή κανονιστική πρακτική, παρέχοντας ένα γρήγορο και αξιόπιστο μέσο για τον εντοπισμό βιολογικής νοθείας σε αμφισβητήσιμα «αναγεννητικά» ή θεραπευτικά παρασκευάσματα.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC12693171/