Οι επιστήμονες εξέτασαν 1.076 χημικές ουσίες και ανακάλυψαν ότι 168 από αυτές είναι τοξικές παρότι θεωρούνταν «ακίνδυνες»
Οι ανακλήσεις τροφίμων λόγω υπέρβασης ορίων φυτοφαρμάκων έχουν γίνει σχεδόν καθημερινότητα, αποκαλύπτοντας ένα βαθύτερο πρόβλημα στην αλυσίδα παραγωγής: την παρουσία ουσιών που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται σε κανένα τρόφιμο, πόσο μάλλον σε προϊόντα που φτάνουν στο ελληνικό τραπέζι. Πέρα από τα περιστατικά όπου καταγράφονται υπολείμματα πάνω από τα επιτρεπτά όρια, εντοπίζονται και δείγματα με φυτοφάρμακα που έχουν απαγορευτεί εδώ και χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικά στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά στην οποία η εμπιστοσύνη των καταναλωτών δοκιμάζεται, ενώ οι αρχές βρίσκονται σε συνεχή αγώνα δρόμου μέσω του συστήματος RASFF για να εντοπίζουν και να αποσύρουν εγκαίρως τα επικίνδυνα προϊόντα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κύμα νέων δηλητηριάσεων επιβεβαιώνει ότι συγκεκριμένο είδος γάλακτος είναι ένα από “τα πιο επικίνδυνα τρόφιμα στον κόσμο”
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 111 νέες τροφικές δηλητηριάσεις από μολυσμένα αυγά – Πηγή κινδύνου παρά τα αυστηρά μέτρα ελέγχου
Την ίδια στιγμή, μια νέα μεγάλη έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ έρχεται να ρίξει επιπλέον φως στο πώς οι χημικοί ρύποι που φτάνουν στο σώμα μας –συχνά μέσα από τα ίδια αυτά τρόφιμα– επηρεάζουν τη μικροβιακή μας ισορροπία. Οι επιστήμονες εξέτασαν 1.076 χημικές ουσίες και ανακάλυψαν ότι 168 από αυτές είναι τοξικές για βακτήρια του ανθρώπινου εντέρου, παρότι θεωρούνταν «ακίνδυνες» επειδή είχαν σχεδιαστεί να στοχεύουν άλλα είδη, όπως έντομα ή μύκητες. Στην πράξη, όμως, βρέθηκε ότι μπορούν να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη ωφέλιμων μικροοργανισμών που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πέψη, στο ανοσοποιητικό και ακόμη και στη ρύθμιση του σωματικού βάρους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι γίνεται με το BPA σε κονσέρβες; – Ευρήματα μελέτης σε 353 προϊόντα
Ανάμεσα στις ουσίες που έδειξαν τοξική δράση περιλαμβάνονται κοινά φυτοφάρμακα – εντομοκτόνα, ζιζανιοκτόνα και μυκητοκτόνα που χρησιμοποιούνται σε καλλιέργειες – αλλά και βιομηχανικά χημικά που συναντάμε σε πλαστικά, υλικά επιβράδυνσης φλόγας και προϊόντα καθημερινής χρήσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα βακτήρια που εκτέθηκαν στα χημικά ανέπτυξαν αντοχή σε αντιβιοτικά όπως η σιπροφλοξασίνη, μια εξέλιξη που, αν επιβεβαιωθεί στον ανθρώπινο οργανισμό, θα μπορούσε να κάνει κοινές λοιμώξεις πιο δύσκολες στη θεραπεία.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τα αποτελέσματα για να αναπτύξουν ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που μπορεί να προβλέψει αν μια χημική ουσία – υπάρχουσα ή υπό ανάπτυξη – είναι πιθανό να βλάψει τα εντερικά βακτήρια. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Nature Microbiology, υπογραμμίζει ότι η ασφάλεια των χημικών ουσιών δεν μπορεί πλέον να αξιολογείται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο ανθρώπινος μικροβιόκοσμος. Μέχρι σήμερα, οι αξιολογήσεις ασφαλείας εστίαζαν στο αν μια ουσία βλάπτει ανθρώπινους ιστούς. Τώρα φαίνεται πως πρέπει να εξετάζεται με την ίδια σοβαρότητα και ο αντίκτυπος στη μικροβιακή χλωρίδα, η οποία λειτουργεί σαν δεύτερο ανοσοποιητικό.
Η ερευνητική ομάδα τονίζει πως η πραγματική έκθεση του πληθυσμού σε αυτές τις ουσίες – μέσα από το νερό, το περιβάλλον και κυρίως τα τρόφιμα – δεν έχει αποτυπωθεί πλήρως. Χρειάζονται μελέτες που θα χαρτογραφήσουν τις συγκεντρώσεις αυτών των ρύπων στον οργανισμό. Μέχρι τότε, οι ειδικοί δίνουν μια συμβουλή που επανέρχεται επίμονα: καλό πλύσιμο σε φρούτα και λαχανικά και αποφυγή χρήσης φυτοφαρμάκων στον κήπο.