Εντοπίστηκε συγκέντρωση 14,8 μg/kg έναντι ανώτατου ορίου 3,0 μg/kg σε προϊόν προέλευσης Türkiye που διακινήθηκε σε κράτη μέλη της ΕΕ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενεργοποίησε διαδικασία ενημέρωσης μέσω του Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές RASFF, έπειτα από εντοπισμό ωχρατοξίνης Α σε σκόνη κακάο χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (δείτε φωτογραφία του προϊόντος παρακάτω). Η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε από τη Γερμανία και βασίστηκε σε εσωτερικό έλεγχο της ίδιας της εταιρείας. Η υπόθεση καταχωρίστηκε ως ενημερωτική ειδοποίηση για παρακολούθηση με χαρακτηρισμό κινδύνου “δυνητικά σοβαρός“.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανάκληση ψαριού από την Ελληνική αγορά λόγω κινδύνου δηλητηρίασης – Δείτε μάρκα και φωτογραφία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Σοβαρός κίνδυνος από δημοφιλή μπισκότα που διατίθενται σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ – Ειδοποίηση σε 12 χώρες
Η παρτίδα που εξετάστηκε με εργαστηριακή ανάλυση έδειξε συγκέντρωση ωχρατοξίνης Α 14,8 μικρογραμμάρια ανά κιλό, όταν το ανώτατο επιτρεπτό όριο για το κακάο σε σκόνη είναι 3,0 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Η υπέρβαση είναι σχεδόν πενταπλάσια του θεσμοθετημένου ορίου. Η διανομή του προϊόντος είχε πραγματοποιηθεί και σε άλλα κράτη μέλη( Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελβετία και είναι προέλευσης Τουρκίας.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ψωμί του τοστ: Ανιχνεύθηκε γλυφοσάτη σε 6 από τα 8 προϊόντα που ελέγχθηκαν – Δείτε τη λίστα
Ως χώρα κοινοποίησης αναφέρεται η Γερμανία, ενώ διανομή καταγράφηκε σε Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία και Ελβετία. Η Türkiye δηλώνεται ως χώρα προέλευσης. Το Βέλγιο προχώρησε σε δημόσια προειδοποίηση με δελτίο Τύπου, ενώ η Γερμανία διέταξε απόσυρση από την αγορά. Ακολούθησαν συμπληρωματικές ενημερώσεις από την Αυστρία και το Βέλγιο σχετικά με τα αποτελέσματα ερευνών και τα μέτρα που ελήφθησαν.
Στο Βέλγιο ανακλήθηκε από την αγορά το προϊόν kakao της μάρκας Ciloglu, συσκευασία 100 γραμμαρίων, με ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 01 Σεπτεμβρίου 2027 και αριθμό παρτίδας L010925. Η αρμόδια αρχή κάλεσε τους καταναλωτές να μην καταναλώσουν το προϊόν και να το επιστρέψουν στο σημείο αγοράς.
Η ωχρατοξίνη Α είναι μυκοτοξίνη που παράγεται από μύκητες των γενών Aspergillus και Penicillium. Αναπτύσσεται σε πρώτες ύλες φυτικής προέλευσης όταν επικρατούν συνθήκες αυξημένης υγρασίας και θερμοκρασίας κατά την καλλιέργεια, τη συγκομιδή, την αποξήρανση ή την αποθήκευση. Το κακάο, όπως και τα δημητριακά, ο καφές, τα αποξηραμένα φρούτα και τα μπαχαρικά, μπορεί να επιμολυνθεί σε στάδια πριν ή μετά τη συγκομιδή. Η παρουσία της δεν ανιχνεύεται οργανοληπτικά, δεν αλλοιώνει απαραίτητα τη γεύση ή την οσμή και δεν καταστρέφεται πλήρως με τη θερμική επεξεργασία.
Τοξικολογικά, η ωχρατοξίνη Α συνδέεται κυρίως με νεφροτοξικότητα. Έχει επίσης συσχετιστεί με ανοσοτοξικές και γονιδιοτοξικές επιδράσεις και έχει ταξινομηθεί ως πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο κατηγορίας 2B. Οι επιπτώσεις σχετίζονται κυρίως με χρόνια έκθεση μέσω της διατροφής. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων EFSA, σε επιστημονική γνώμη του 2020, αξιολόγησε εκ νέου τον κίνδυνο και έκρινε ότι, λόγω ενδείξεων γονιδιοτοξικότητας, δεν μπορεί να καθοριστεί ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψης όπως ίσχυε παλαιότερα. Αντί αυτού εφαρμόστηκε προσέγγιση margin of exposure, συγκρίνοντας τα επίπεδα έκθεσης του πληθυσμού με τα επίπεδα στα οποία παρατηρούνται επιδράσεις σε πειραματόζωα. Για ορισμένες ομάδες καταναλωτών, ιδίως σε περιπτώσεις αυξημένης κατανάλωσης, το περιθώριο έκθεσης δεν θεωρήθηκε επαρκές.
Σε επίπεδο νομοθεσίας, τα ανώτατα επιτρεπτά όρια για την ωχρατοξίνη Α καθορίζονται στον Κανονισμό για τα μέγιστα επίπεδα επιμολυντών στα τρόφιμα. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων υποχρεούνται βάσει του Κανονισμού 178/2002 να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή τρόφιμα, να εφαρμόζουν συστήματα ιχνηλασιμότητας και, εφόσον διαπιστώσουν ότι προϊόν δεν είναι ασφαλές, να κινήσουν άμεσα διαδικασία απόσυρσης και, εάν έχει φθάσει στον τελικό καταναλωτή, διαδικασία ανάκλησης με σαφή ενημέρωση των αρχών και του κοινού. Παράλληλα, ο Κανονισμός 852/2004 επιβάλλει την εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου βάσει αρχών HACCP για τον εντοπισμό και τον έλεγχο κρίσιμων σημείων όπου μπορεί να αναπτυχθούν μυκοτοξίνες.
Για τη βιομηχανία κακάο και γενικότερα τροφίμων φυτικής προέλευσης, ο έλεγχος της ωχρατοξίνης Α απαιτεί διαχείριση κινδύνου σε όλη την αλυσίδα. Περιλαμβάνει επιλογή αξιόπιστων προμηθευτών, ελέγχους πρώτης ύλης με δειγματοληψία και ανάλυση, ορθή αποξήρανση των καρπών, αποθήκευση σε συνθήκες χαμηλής υγρασίας, τακτική παρακολούθηση θερμοκρασίας και σχετικής υγρασίας, πρόληψη συμπύκνωσης υδρατμών και τήρηση τεκμηριωμένων διαδικασιών καθαρισμού. Η επαλήθευση των συστημάτων αυτοελέγχου μέσω εξωτερικών εργαστηριακών αναλύσεων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο συμμόρφωσης.
Για τους καταναλωτές, η έκθεση σε υψηλά επίπεδα ωχρατοξίνης Α δεν προκαλεί συνήθως άμεσα οξέα συμπτώματα, όμως η συστηματική κατανάλωση επιμολυσμένων προϊόντων μπορεί να επιβαρύνει τη νεφρική λειτουργία σε βάθος χρόνου. Σε περίπτωση αγοράς του συγκεκριμένου προϊόντος με τα αναφερόμενα στοιχεία παρτίδας και ημερομηνίας, συνιστάται να μην καταναλωθεί και να επιστραφεί στο σημείο πώλησης. Η παρακολούθηση ανακοινώσεων των αρμόδιων αρχών και η διατήρηση αποδείξεων αγοράς διευκολύνουν τη διαδικασία επιστροφής.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
