Αντικρουόμενα χρονολόγια για τις ανακλήσεις βρεφικών γαλάτων, καταγγελίες για καθυστερήσεις και νομική σύγκρουση μετά την εμφάνιση σοβαρών περιστατικών σε βρέφη και την κατάθεση μηνύσεων κατά της Nestlé
Ενώ οι ανακλήσεις γάλακτος συνεχώς αυξάνονται και ενημερώνονται με νέα προϊόντα και με νέες παρτίδες σε δεκάδες χώρες, λόγω μόλυνσης από την τοξίνη κερεουλίδη, που συνδέεται με Bacillus cereus, το θέμα πήρε τη μορφή ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα στη foodwatch και στους πολυεθνικούς ομίλους του κλάδου που εμπλέκονται, με την οργάνωση να μιλά για πολλές ασθένειες παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις και για καθυστερημένες και αποσπασματικές ανακλήσεις και τις εταιρείες να αντιτείνουν ότι δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένα κρούσματα και πως ακολούθησαν τις προβλεπόμενες διαδικασίες και κινήθηκαν αμέσως μόλις επιβεβαιώθηκαν τα κρίσιμα ευρήματα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | ΨΩΜΙ: Ποια είναι τα είδη που δεν ανεβάζουν πολύ το σάκχαρο
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ευρωπαϊκός συναγερμός για ρύζι μπασμάτι με καρκινογόνα μηχανέλαια
Η foodwatch περιγράφει καθυστερήσεις, «σιωπηλές» αποσύρσεις, απώλεια αποδεικτικών στοιχείων και πολλαπλές οικογενειακές μαρτυρίες με σοβαρή συμπτωματολογία. Από την άλλη, η εταιρική χρονολόγηση και η ανοιχτή επιστολή της Nestlé αποτυπώνουν μια γραμμή άμυνας που βασίζεται σε χρονικά ορόσημα εντοπισμού, επιβεβαίωσης, ενημέρωσης αρχών και σταδιακής χαρτογράφησης της έκτασης του προβλήματος, καθώς και σε άρνηση ότι υπάρχουν ιατρικά τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν σύνδεση ασθένειας με τα προϊόντα της Nestlé.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Υποψίες απάτης στα τρόφιμα: Ελληνικό μέλι, ελαιόλαδο και μανταρίνια στην έκθεση της ΕΕ τον Δεκέμβριο
Στις 29 Ιανουαρίου 2026, η foodwatch ανακοίνωσε ότι κατέθεσε μήνυση και ότι υπερασπίζεται οικογένειες βρεφών που νόσησαν, στο πλαίσιο μαζικών ανακλήσεων βρεφικών γαλάτων. Η οργάνωση δηλώνει ότι ερευνά το σκάνδαλο εδώ και σχεδόν δύο μήνες και ότι αφορά πολλούς παρασκευαστές των οποίων ο κατάλογος μπορεί να διευρυνθεί. Μεταξύ όσων ήδη έχουν αναφερθεί και από το Cibum περιλαμβάνονται οι Nestlé, Danone, Lactalis, Vitagermine, La marque en moins Granarolo και Hochdorf, με ανακλήσεις σε ευρωπαϊκές αγορές και εκτός Ευρώπης. Η foodwatch χαρακτηρίζει το ζήτημα διεθνές υγειονομικό σκάνδαλο και υποστηρίζει ότι οι εταιρείες έθεσαν βρέφη σε κίνδυνο, ενώ οι ανακλήσεις έγιναν καθυστερημένα, με τρόπο που δυσκόλεψε την απόδειξη της έκθεσης και της αιτιώδους σχέσης σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Η foodwatch περιγράφει ότι έχει ήδη οκτώ οικογένειες στη μήνυση και ότι δέχεται συνεχώς νέα αιτήματα υποστήριξης από γονείς. Στις περιπτώσεις που παρουσιάζει, τα βρέφη εμφάνισαν επίμονα και ανησυχητικά συμπτώματα που δεν υποχωρούσαν με συνήθη αγωγή γαστρεντερίτιδας, όπως επαναλαμβανόμενους εμέτους, διάρροιες, πυρετό και κοιλιακό πόνο, με ορισμένα να έχουν νοσηλευτεί στα τέλη του 2025, πριν από τις μαζικές ανακλήσεις. Η οργάνωση υποστηρίζει επίσης ότι, σε επίπεδο διαχείρισης, υπήρξαν πρακτικές που οδηγούν σε απώλεια αποδεικτικών στοιχείων, όπως οδηγίες προς γονείς να πετάξουν ή να καταστρέψουν τις συσκευασίες, ενώ αναφέρει και περιπτώσεις όπου ζητήθηκε να επιστραφούν κουτιά στην εταιρεία. Με βάση τη δική της οπτική, η κρίσιμη απόδειξη μπορεί να βρίσκεται στη σκόνη γάλακτος και όχι να εξαντλείται σε καθυστερημένες εξετάσεις στο παιδί.
Η foodwatch επικεντρώνεται και στο χρονικό πλαίσιο διάθεσης παρτίδων στην αγορά. Αναφέρει ότι στη Γαλλία εντοπίστηκε πως ανακληθέντες κωδικοί κυκλοφορούσαν για μήνες: από τον Ιανουάριο 2025 για Picot της Lactalis, από τον Μάιο 2025 για Guigoz της Nestlé, από τον Σεπτέμβριο 2025 για Babybio, από τον Μάιο 2025 για Gallia και από αρχές Ιουνίου 2025 για Blédilait της Danone. Κατά την οργάνωση, η καθυστέρηση ενημέρωσης σημαίνει ότι πολλοί γονείς δεν είχαν λόγο να κρατήσουν συσκευασίες και ότι έτσι χάθηκε η δυνατότητα άμεσων ελέγχων, ενώ τονίζει ότι η παρουσία βακτηρίου ή τοξίνης στο βρέφος πρέπει να αναζητείται γρήγορα με την εμφάνιση συμπτωμάτων και την υποψία σύνδεσης με συγκεκριμένο προϊόν.
Στο ποινικό σκέλος, η foodwatch αναφέρει ότι η μήνυσή της είναι εκτενής και αποδίδει πιθανές παραβάσεις όπως έκθεση βρεφών σε κίνδυνο και προσβολή σωματικής ακεραιότητας, επιβαρυμένη παραπλάνηση, διάθεση επιβλαβών προϊόντων και μη τήρηση της διαδικασίας ανάκλησης, παραβίαση υποχρεώσεων ασφάλειας των παραγωγών, παράλειψη δήλωσης μη συμμόρφωσης, έλλειψη ενημέρωσης αρχών και καταναλωτών, καθώς και εξαγωγές επιβλαβών προϊόντων σε τρίτες χώρες. Παράλληλα, αντιπαρατίθεται με εταιρικούς ισχυρισμούς περί υποβάθμισης των επιπτώσεων στην υγεία, υποστηρίζοντας ότι αρχές σε Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Βραζιλία έχουν ενημερώσει για τη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση συγκεκριμένων γαλάτων και σε ασθένεια βρεφών.
Στην απάντησή της με ανοιχτή επιστολή προς την Οργάνωση προστασίας των καταναλωτών με ημερομηνία 30 Ιανουαρίου 2026 η Nestle δηλώνει ότι στο δελτίο της foodwatch περιλαμβάνονται «ψευδείς ή/και παραπλανητικοί» ισχυρισμοί χωρίς βάση σε βάρος της. Η εταιρεία απαριθμεί συγκεκριμένους ισχυρισμούς και τους αντικρούει. Στον ισχυρισμό περί «καθυστερημένης ανάκλησης» χωρίς «κατανοητή δικαιολογία», απαντά ότι ενήργησε μόλις επιβεβαίωσε το ζήτημα τόσο τον Δεκέμβριο όσο και τον Ιανουάριο, παραπέμποντας σε δημοσιοποιημένο χρονολόγιο. Στον ισχυρισμό περί «ανησυχητικής αμέλειας», απαντά ότι τα πρωτόκολλα παρακολούθησης επέτρεψαν τον εντοπισμό του ζητήματος και την ανίχνευση της πηγής από προμηθευτή της βιομηχανίας. Στον ισχυρισμό ότι υποβάθμισε ή αρνήθηκε εν γνώσει της τον σύνδεσμο με σοβαρά συμπτώματα, απαντά ότι αναγνωρίζει το άγχος που προκάλεσαν οι ανακλήσεις, ότι οι ομάδες εξυπηρέτησης καταναλωτών και ιατρικοί ειδικοί χειρίζονται τις αναφορές με προσοχή και ότι μέχρι τότε δεν είχε λάβει ιατρικές αναφορές που να επιβεβαιώνουν σύνδεση ασθένειας με τα προϊόντα της.
Η Nestlé αντικρούει επίσης τον ισχυρισμό ότι επέτρεψε να διατίθενται «για μήνες» προϊόντα ενώ «ήταν ενήμερη» για τη μόλυνση, υποστηρίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση οι ανακλήσεις έγιναν μέσα σε λίγες ημέρες από την επιβεβαίωση του ζητήματος και ότι οι ενέργειές της ήταν άμεσες, προληπτικές και σύμφωνες με εθνικά πρωτόκολλα ανάκλησης. Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι είχε ενημερωθεί «ήδη από τον Δεκέμβριο 2025» από τον προμηθευτή για μόλυνση του συστατικού και καθυστέρησε διορθωτικές κινήσεις, η Nestlé απαντά ότι όταν επιβεβαιώθηκε η βασική αιτία, δηλαδή μολυσμένο ελαιώδες συστατικό από προμηθευτή της βιομηχανίας, ενημέρωσε η ίδια τον προμηθευτή στις 29 Δεκεμβρίου 2025, παρέχοντας λεπτομερή ευρήματα, και ότι ειδοποίησε προληπτικά τον κλάδο μέσω εμπορικών ενώσεων ήδη από τις 30 Δεκεμβρίου λόγω της πιθανότητας να επηρεαστούν και άλλοι παραγωγοί. Η επιστολή αναφέρει ότι τα γεγονότα μπορούν να επαληθευτούν από αρχές, προμηθευτή και πελάτες, ότι η Nestlé θα συνεχίσει να επικοινωνεί έγκαιρα και διαφανώς με τις αρχές και τους καταναλωτές, και ότι ζητά εναρμονισμένη παγκόσμια προσέγγιση ασφάλειας τροφίμων και μεθοδολογία ελέγχου για την κερεουλίδη. Κλείνοντας την επιστολή-απάντηση η Nestlé προειδοποιεί τη Foowatch ότι, αν συνεχιστεί η διάδοση παραπλανητικών ή ψευδών πληροφοριών, επιφυλάσσεται να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της.
Η Nestle σε άλλη ανακοίνωση, παραθέτει τη θέση της εταιρείας για τη χρονολογική ακολουθία γεγονότων και τις ενέργειες ανάκλησης, η οποία περιγράφει μια διαδικασία που ξεκινά από εντοπισμό χαμηλών επιπέδων κερεουλίδης σε ελέγχους ρουτίνας και καταλήγει σε διαδοχικά κύματα ανάκλησης σε συνεννόηση με τις αρχές. Όπως υποστηρίζει, στα τέλη Νοεμβρίου 2025, μετά την εγκατάσταση νέου εξοπλισμού σε γραμμή παραγωγής στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Ολλανδία, ανιχνεύθηκαν πολύ χαμηλά επίπεδα κερεουλίδης σε δείγματα προϊόντων. Η εταιρεία δηλώνει ότι μπλόκαρε άμεσα την παραγωγή, αποσυναρμολόγησε τη γραμμή για επιθεώρηση του νέου εξοπλισμού και έστειλε δείγματα για πιο εκτεταμένες εργαστηριακές αναλύσεις. Τα αποτελέσματα που ελήφθησαν στις αρχές Δεκεμβρίου 2025 επιβεβαίωσαν την παρουσία πολύ μικρών ποσοτήτων κερεουλίδης σε προϊόντα που βρίσκονταν ακόμη υπό τον έλεγχό της. Με βάση αυτό, αποφάσισε προληπτικά να ανακαλέσει όλα τα προϊόντα που είχαν παραχθεί μετά την εγκατάσταση του εξοπλισμού στο συγκεκριμένο εργοστάσιο.
Το ίδιο έγγραφο τοποθετεί ως κρίσιμο σημείο την 10η Δεκεμβρίου 2025, όταν, κατά την εταιρεία, ενημερώθηκαν οι αρμόδιες αρχές στην Ολλανδία, οι αρχές όλων των δυνητικά εμπλεκόμενων χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με διαβίβαση των αναλύσεων και αξιολόγηση κινδύνου για την παρουσία κερεουλίδης. Δηλώνεται ότι υποβλήθηκαν προτάσεις ενεργειών για ανάκληση προϊόντων που είχαν ήδη βγει στην αγορά και ότι, σε αυστηρό συντονισμό με τις αρχές, ξεκίνησε την ίδια ημέρα εθελοντική ανάκληση όλων των σχετικών παρτίδων, 25 συνολικά, σε 16 χώρες στην Ευρώπη, μαζί με ενημέρωση πελατών, συνεργατών και καταναλωτών.
Ως προς τη διερεύνηση της βασικής αιτίας, το έγγραφο αναφέρει ότι συνεχίστηκαν οι έλεγχοι με επαναδοκιμές όλων των συστατικών. Στις 23 Δεκεμβρίου 2025, κατά την εταιρεία, αρχικά αποτελέσματα έδειξαν ότι η πηγή της μόλυνσης προερχόταν από μείγμα ελαίων που χρησιμοποιήθηκε από περισσότερα εργοστάσιά της, το οποίο περιείχε αραχιδονικό οξύ ARA προμηθευμένο από «παγκόσμιο» προμηθευτή του κλάδου. Δηλώνεται ότι ανεστάλη άμεσα η χρήση όλων των μειγμάτων που περιείχαν ARA από τον συγκεκριμένο προμηθευτή, σταμάτησε η διανομή των σχετικών τελικών προϊόντων και εστάλησαν δείγματα ARA σε διαπιστευμένο εργαστήριο. Στις 29 Δεκεμβρίου 2025, αφού επιβεβαιώθηκε η μόλυνση του ARA, η εταιρεία αναφέρει ότι ενημέρωσε τον προμηθευτή με τα ευρήματά της και ότι στις 30 Δεκεμβρίου 2025 ειδοποίησε τον κλάδο μέσω επαγγελματικών ενώσεων, ώστε να ενημερωθούν οι παραγωγοί ελαίων. Περιγράφεται επίσης ότι μεταξύ 23 Δεκεμβρίου 2025 και 4 Ιανουαρίου 2026 διενεργήθηκαν εκτεταμένες αναλύσεις εκατοντάδων δειγμάτων, με στόχο να χαρτογραφηθεί το εύρος του προβλήματος και να ιχνηλατηθούν οι παρτίδες που έπρεπε να ανακληθούν.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, από τις 2 Ιανουαρίου 2026 άρχισε σταδιακή ενημέρωση των αρχών σε διάφορες εμπλεκόμενες χώρες και ότι από τις 5 Ιανουαρίου 2026 ξεκίνησε δημόσια εθελοντική ανάκληση, με την επισήμανση ότι οι ανακλήσεις σε κάθε χώρα πραγματοποιήθηκαν μετά από επικύρωση των ενεργειών από τις αρμόδιες αρχές. Τέλος, η εταιρεία περιγράφει τη διαδικασία ανάκλησης ως ακολουθία βημάτων που ξεκινούν από τον εντοπισμό της θέσης των επηρεαζόμενων προϊόντων μέσω αριθμών παρτίδας και καταλήγουν στην υποχρεωτική ενημέρωση των αρχών πριν την έναρξη ανάκλησης.