Δύο μεγάλες αναδρομικές αξιολογήσεις στοχεύουν στη βελτίωση της προστασίας της δημόσιας υγείας από μακροχρόνια έκθεση σε φυτοφάρμακα.
Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) εγκαινίασε δύο παράλληλες αναδρομικές αξιολογήσεις σωρευτικού κινδύνου (CRA) για τις επιπτώσεις των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στα νεφρά και στο ήπαρ, στο πλαίσιο της στρατηγικής EFSA-SANTE για ενισχυμένη αξιολόγηση κινδύνων από πολλαπλές πηγές έκθεσης.
Η πρώτη CRA, αφορά τις επιδράσεις των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στους νεφρούς. Η EFSA, σε συνεργασία με ειδική Ομάδα Εργασίας (ΟΕ), εντόπισε συγκεκριμένες παθολογικές επιδράσεις σε νεφρικές δομές (όπως σπειραματική και σωληναριακή βλάβη, νεοπλασματικές αλλοιώσεις, λίθοι και κρύσταλλοι), οι οποίες αξιολογούνται μέσω ιστοπαθολογικών δεδομένων.
Η Ομάδα καθόρισε πρωτογενείς και δευτερογενείς δείκτες, με τους πρώτους να αντικατοπτρίζουν πρώιμες τοξικές επιδράσεις και τους δεύτερους να λειτουργούν υποστηρικτικά. Βοηθητικά τελικά σημεία, όπως βάρος οργάνου ή κλινικές εξετάσεις, κρίθηκαν μη επαρκή.
Το επόμενο βήμα, δηλαδή η συλλογή και αξιολόγηση των δεδομένων, έχει ανατεθεί στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο (Ελλάδα), το οποίο θα δημιουργήσει τις σχετικές Ομάδες Σωρευτικής Αξιολόγησης (CAGs). Η CRA περιορίζεται στη χρόνια έκθεση, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για οξείες νεφρικές επιπτώσεις.
Παράλληλα, η EFSA προχώρησε σε ανάλογη αξιολόγηση για τις επιδράσεις στο ήπαρ. Οι ειδικές ηπατικές επιδράσεις που εντοπίστηκαν, σύμφωνα με την ταξινόμηση INHAND, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη λιπώδη εκφύλιση, την υπερτροφία λόγω ενζυμικής επαγωγής, την πορφυρία, την χολόσταση και τις ηπατικές νεοπλασίες. Επιπλέον, εξετάστηκαν και οι επιδράσεις στη χοληδόχο κύστη (διάβρωση, λίθοι, νεοπλασματικές μεταβολές).
Οι κύριοι δείκτες προέκυψαν από ιστοπαθολογικά ευρήματα και τη σχετική αύξηση του βάρους του ήπατος. Παρότι δευτερογενείς δείκτες και βοηθητικά τελικά σημεία χρησιμοποιήθηκαν ενισχυτικά, δεν κρίθηκαν επαρκή για την ένταξη μιας ουσίας σε CAG.
Κάθε δραστική ουσία (ή μεταβολίτης) αξιολογήθηκε ως προς τη δραστικότητα της μέσω προσδιορισμού επιπέδων NOAEL και LOAEL. Η πιθανότητα συσχέτισής της με την εκάστοτε ηπατική επίδραση προσδιορίστηκε μέσω γραμμών αποδείξεων (LoE) με βαθμό βαρύτητας.
Η ανάλυση επικεντρώνεται επίσης στη χρόνια έκθεση, καθώς ο σχεδιασμός των μελετών δεν επιτρέπει ασφαλή εκτίμηση για οξείες επιδράσεις. Το έργο αυτό ανατέθηκε στον Αυστριακό Οργανισμό για την Υγεία και την Ασφάλεια των Τροφίμων (AGES), και η σχετική τεκμηρίωση θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα της EFSA.